Ένα αξιόλογο πρωτότυπο διαλογικό ποίημα φιλοτέχνησε η εξαίρετη ηθοποιός κι αισθαντικός άνθρωπος με το πασίγνωστο όνομα Όλια Λαζαρίδου. Το αφιερώνει «στον Στέλιο» κι αντί για μότο, μας εισάγει αμέσως στο θέμα ως εξής:

Μεγαλώνω.

Έχω πια να λέω ιστορίες.

Έχω ιστορίες που αργότερα θα γίνουν μία.

Η ιστορία μου.

Όμως δεν πρόκειται για κάποια αυτιστική ενδοσκόπηση. Αντιθέτως. Στα χνάρια του μπεκετικού αριστουργήματος «Oh! Les beaux jours!» (που μεταφράστηκε ατυχώς «Οι ευτυχισμένες μέρες»), η δική της Γουίνυ απευθύνεται σε κάποιον θεό, προσφωνώντας τον «Κύριε», κι αφού μοιράσει το εγώ της σε «φωνές»-εκτοπλάσματα-σκιές-ανακλάσεις-είδωλα, καταλήγει πάλι στο οπισθόφυλλο στην παροιμιώδη διαπίστωση:

Κύριε, όταν χαίρομαι κάτι ξεσκίζεται μέσα μου.

Αυτή η πικρή δήλωση δείχνει σε όλο της το μεγαλείο την αδιέξοδη ατραπό της αντιμετώπισης της ζωής ως κοιλάδας δακρύων και την αυτοενοχοποίηση για τα πάντα.

Όμως, ας την ακούσουμε επ’ ολίγον για να συνθέσουμε μια σφαιρικότερη ιμπρεσιονιστική εντύπωση-μετείκασμα στον φλοιό του εγκεφάλου μας.

Το φως της μέρας με καίει και με στεγνώνει.

Έχω σφηνωθεί στο χρόνο,

κρατιέμαι με τα δόντια,

όπως οι ίνες του κρέατος

στα δόντια.

Δεν έχω βλέμμα,

δεν έχω αίμα,

κι ο αέρας πάνω μου, που μ’ ακουμπάει, πενθεί.

 

Όλοι μπορούν

να με κάνουν ό,τι θέλουν,

να με κλωτσήσουν,

να με κουβαλήσουν από δω εκεί.

Έχω ριζώσει μπρούμυτα

με το κούτελο στο χώμα.

Εδώ θα είμαι κι αύριο και μεθαύριο

μέχρι ν’ αποφασίσεις,

τι θα με κάνεις τελικά,

Κύριε.

Μετράω,

τις ηρωίδες της ζωής,

μιλάνε με άφθονες λέξεις στον περιπτερά, τον ταξιτζή,

τις ακολουθώ στα σπίτια τους,

τις βοηθάω να ξεντυθούν,

μετράω τα κουμπιά,

μετράω όλος κόπιτσες.

Περιμένω να κοιμηθούν.

Πάνω στο άδειο πρόσωπο,

μετράω όλος γραμμές που σβήστηκαν.

 

Ανοίγω τις πόρτες, τα παράθυρα και βγαίνω.

Μια διαπλανητική μπαταρία.

Ελαφριά, στρογγυλή, αργυρή.

Ο κλοιός έσφιγγε.

Πέσαν πάνω του όλοι μαζί,

τρελαμένες μύγες πάνω στη λάμπα.

Μέχρι την τελευταία στιγμή, εκτόξευε λέξεις.

Έπειτα σώπασε.

Το καρύδι του λαιμού ανεβοκατέβηκε

για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα.

Έτσι από μόνο του.

 

Κι ύστερα πέθανε.

Τα μαλλιά του κυματίζανε ακόμα μες τα νερά.

 

Αντίο, Άγγελε.

Άγγελε από άσπρη κιμωλία.

Μπορεί κάποτε να ξανασυναντηθούμε.

Θα μ’ αναγνωρίσεις

θυμάμαι δεν

λυπάμαι δεν

από τότε δεν

ξαναμίλησα

ποτέ

ο άγγελος μιλούσε με τη φωνή μου,

συνήθισα στο αίμα,

μπουκώθηκα με αίμα,

όλα τα έπνιξα μέσα στο αίμα

και στη σιωπή,

 

όλος ο κόσμος έγινε για μένα

μια πράσινη βαλίτσα

με το κλειδί χαμένο.

Ζη η βαλίτσα.

Μόνο η βαλίτσα ζη.

Είναι σαφές ότι κινούμαστε στο μπεκετικό σύμπαν. Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» εμπνέει ακόμα δραματουργούς και ποιητές με τους βαθείς, αρχετυπικούς συμβολισμούς του. Η δυτικοευρωπαϊκή μεσαιωνική μεσσιανική φιλολογία δεν κάηκε στην πυρά της Αναγέννησης, αντιθέτως ρίζωσε σε βαθύτερα στρώματα της συλλογικής ανθρώπινης ψυχής κι έβγαλε κονδύλους σαν του μανδραγόρα, τοξικούς και παραισθησιογόνους, εθιστικούς όμως κι εθισμένους στο «μαύρο» του gothic.