«Και ναυαγώ γλυκά σε τέτοια θάλασσα»

Καθώς διανύουμε το φθινόπωρο, ίσως ο πιο ταιριαστός ποιητής στην τρυφερή μελαγχολία που προηγείται του χειμώνα είναι ο κόμης Τζιάκομο Λεοπάρντι (1738-1837): Ιταλός ποιητής, φιλόλογος και φιλόσοφος, «εφάμιλλος των Ελλήνων» όπως αναγράφεται στο ταφικό του μνημείο, που πέθανε πρόωρα στα 39 του χρόνια.

Η δίγλωσση συλλογή «Η νύχτα απομένει» κυκλοφορεί στη σειρά «Μεταφορές» των εκδόσεων υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Αλεξάκη, ενώ την επιλογή των ποιημάτων από το έργο του δημιουργού και τη μετάφρασή τους έκανε η ποιήτρια Λένα Καλλέργη. H απόδοσή τους στα ελληνικά όχι μόνο αποδίδει πλήρως τη μουσικότητα και τον λυρισμό του πρωτότυπου, αλλά έχει γίνει από την ποιήτρια με τρυφεράδα, αγάπη και σεμνότητα, χωρίς επίδειξη γνώσεων ή προσπάθεια εντυπωσιασμού: μοιάζει λες κι έγινε ακροπατώντας στα γραπτά του ποιητή, όπως μπαίνουμε στο δωμάτιο όπου ένα αγαπημένο πρόσωπο κοιμάται, προσέχοντας να μην ενοχλήσουμε την ανάπαυσή του.

Η ποίηση του Λεοπάρντι εντάσσεται στο κίνημα του ρομαντισμού: η μελαγχολία της φθοράς, οι μνήμες χαμένων ερώτων, η νοσταλγία του θανάτου, το μεγαλείο του παρελθόντος, ο συμβολισμός μέσα από εικόνες και στοιχεία της φύσης και η κυρίαρχη και θεοποιημένη σχεδόν Σελήνη, αποτελούν τις βασικές θεματικές της ποιητικής του και αποδίδονται με έναν λυρισμό αρχαιοπρεπή που πηγαίνει πίσω στην αρχαία ελληνική ποίηση και στους λυρικούς της. Παραδόξως όμως, παρά τη θλίψη και τον θρήνο για όσα χάθηκαν ή για όσα μέλλει να χαθούν όπως όλα του κόσμου τούτου, η ποίηση του Λεοπάρντι –ίσως επειδή είναι τόσο τρυφερή–, δεν καταθλίβει. Όπως επισημαίνει και η μεταφράστρια στην εισαγωγή του κειμένου, «ο αναγνώστης κρατάει τη βαθιά επιθυμία για ζωή, για τις καλές στιγμές και για τον έρωτα». Και τη μουσική, θα προσέθετα, σαν ένα τραγούδι που ακούς από κάπου μακριά, μέσα στη νύχτα.

Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια από τα ποιήματα της συλλογής, όχι βέβαια με κριτήριο την αξία τους αλλά σε σχέση με τη συγκίνηση που μου προκάλεσαν, θα διάλεγα το αριστουργηματικό «Σπάρτο», το «Τραγούδι του κοριτσιού», το «Άκουσε, Μέλισσε…» και τη «Μίμηση», μία από τις ωραιότερες αλληγορίες της θνητής ζωής που έχω διαβάσει ποτέ. Και με λίγους στίχους από αυτό το ποίημα θα κλείσω αυτή την παρουσίαση:

«Πού πας, μικρό εύθραυστο φύλλο απ’ το κλαδί σου τόσο μακριά;

Ο άνεμος με χώρισε απ’ την οξιά όπου γεννήθηκα.

Μαζί του στροβιλίζομαι πετώντας.

Με πάει στο λιβάδι από το δάσος το πυκνό κι από το λόφο στο βουνό. […]

Εκεί που πάνε όλα πάω κι εγώ…»