Μια Κυριακή εκλογών, ο Ορμέα

Γραμμένο την κρίσιμη -για την ιδεολογική τοποθέτηση του Ίταλο Καλβίνο-, δεκαετία 1953-1963, η νουβέλα «Η ημέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» συγκεφαλαιώνει όλες τις σκέψεις, αμφιβολίες και καταργήσεις των μέχρι πρότινος κομματικών βεβαιοτήτων του Ιταλού συγγραφέα. Εκ παραλλήλου, η οξύνοια του Καλβίνο δεν αφήνει εκτός κάδρου ούτε την έννοια της θρησκευτικότητας, της πεσιμιστικής κοσμοαντίληψης και του σκεπτικισμού πάνω στις δομικές έννοιες της δημοκρατίας και της συμμετοχικότητας.

Κρίνοντας από την πολιτική διαδρομή του Καλβίνο τη συγκεκριμένη περίοδο, αντιλαμβάνεται κανείς πως το συγκεκριμένο έργο δεν είναι απλώς μια αυτοβιογραφική ιστορία αλλά η λογοτεχνική μετάπλαση του διχασμού που υφίσταται μέσα του και η οποία τον οδηγεί –εν τέλει- στην αποχώρησή του από το Κομμουνιστικό Κόμμα (το 1957).

Αυτή η περιβόητη «ημέρα» του «εκλογικού αντιπροσώπου» Αμερίγκο Ορμέα τοποθετείται μια Κυριακή εκλογών του 1953. Ο Ορμέα, ένας σκεπτικιστής κομμουνιστής, έχει σταλεί στο εκκλησιαστικό ίδρυμα «Κοτολένγκο» για να εποπτεύσει την ομαλή διεξαγωγή της ψηφοφορίας. Βρισκόμενος στο «άντρο» των Χριστιανοδημοκρατών, περιστοιχισμένος από μοναχές, παπάδες, βασανισμένες υπάρξεις, παραλυτικούς τροφίμους, ανθρώπους που φέρουν το στίγμα της «δυσαρμονίας», ο Ορμέα βιώνει με τον πιο σκληρό και κυνικό τρόπο την υφαρπαγή των ψήφων αλλά και των συνειδήσεων (όπου είναι ακόμα ενεργές) αυτών των υπάρξεων από ένα πολιτικό σύστημα καλά εδραιωμένο και ταυτισμένο με τη σύγχρονη εκδοχή της δημοκρατίας.

Καίτοι παραμένει σε ένα ιδεολογικό μεταίχμιο, συντάσσεται με την ένθερμη αντιπρόσωπο των Σοσιαλιστών και με μια σειρά ενστάσεων οι δυο τους προσπαθούν να αποτρέψουν την καραμπινάτη νοθεία. Ο Αμερίγκο δρα αλλά μέσα του υφαίνεται ο ιστός της αμφιβολίας. Μεταξύ φιλελευθερισμού και κομμουνισμού, ο ήρωας προσπαθεί να ανακαλύψει τις ιδεολογικές του σταθερές. Από τη μια οι «κανονιστικές» διατάξεις της κομματικής αρχής και από την άλλη το μάταιο όλων των πραγμάτων -ακόμα και των πλέον προφανών-, όπως η πολιτική δράση, η συμμετοχή σ’ έναν αγώνα, η κατακερματισμένη ταυτότητα του ατόμου.

Η αποδοχή του «Κοτολένγκο» όχι ως μια κοινωνική «μουντζούρα» που ελάχιστη σχέση έχει με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά ως απαρχή και εξέλιξη αυτού του κόσμου (άραγε ο κόσμος έχει μετεξελεχθεί σε… Κοτολένγκο;), οδηγεί τον Αμερίγκο σε μια καίρια κατάρρευση του νεφελώματος που μέχρι πρότινος κατέτρωγε το μυαλό του. Δεν φτάνει η ψήφος και η συμμετοχή αλλά και η πίστη. Δεν αρκεί η ύπαρξη της θεσμισμένης κοινωνίας αλλά και η «κρυφή φωτιά» που καίει τις δομές της γραφειοκρατίας.

Το επεισόδιο με την εμφάνιση στο εκλογικό κέντρο του βουλευτή, ο οποίος λειτουργεί ως από καθέδρας ηγεμόνας μπρος στο ισχνό πλήθος του ιδρύματος, είναι δηλωτική της πικρής αλλά συνάμα καυστικής ματιάς του Καλβίνο πάνω στα πράγματα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το κλείσιμο του βιβλίου, η ακροτελεύτια φράση του «σε κάθε πόλη υπάρχει η Πόλη». Όπως καταλαβαίνει κανείς –να ’ναι καλά ο Θουκυδίδης που ρίχνει φως στην έννοια της Πόλης-, αυτή η συγκρότηση πολιτισμού, πολιτικής και κοινωνικής αλληλεπίδρασης μπορεί (κατά τον Καλβίνο πλέον) να υπάρξει παντού και όλες οι εκδοχές είναι ανοιχτές. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στη νουβέλα, το τέλος της οποίας μας αφήνει με την αίσθηση της εκκίνησης παρά του τερματισμού. Οι εκλογές ολοκληρώθηκαν, όπως ολοκληρώθηκαν, αλλά οι θεσμοί, η δημοκρατία, το παρελθόν και το μέλλον, η αγάπη και η συνύπαρξη με το διαφορετικό είναι μπροστά μας – ανοιχτά για κάθε ερμηνεία.