Η καταραμένη αυλή των θαυμάτων

Η ιστορία μιας… ιστορίας που μιλάει για μια ιστορία! Ένας τρόπος να διηγείσαι περιπέτειες (φανταστικές ή στο όριο της πραγματικότητας), που έχουν ως θέμα τη βιογραφία του αφηγητή. Ενδιάμεσες, παράκεντρες, ομόκεντρες διηγήσεις οι οποίες βρίθουν συμβολισμών, δίχως όμως να χάνουν την αυτονομία τους.

Ο Ίβο Άντριτς, πέραν της ομόθυμης αποδοχής του, εξ ου και το Βραβείο Νόμπελ που του απονεμήθηκε, είναι η χαρακτηριστική περίπτωση συγγραφέα που του αρέσει να αναπλάθει σπαράγματα μύθων της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων και να τις αποκρυσταλλώνει σε λογοτεχνία βαθιά ανθρωπιστική και πολιτικά φορτισμένη. Το κύριο μέλημά του είναι η κατανόηση της διαφορετικότητας, η αναζήτηση του κοινού τόπου, της γέφυρας που συνενώνει τους ανθρώπους παρά τους διχάζει.

Στην ολιγοσέλιδη νουβέλα «Η Καταραμένη Αυλή», καταφέρνει με μια σκηνοθεσία ελλειπτική να εντάξει αρκετές παράλληλες διηγήσεις, δίχως, όμως, να χάνει το νήμα της κεντρικής, που είναι η ιστορία του λεπταίσθητου, εσωστρεφή και ρομαντικού Κιαμίλ.

Μα ακόμα και η δική του ιστορία: η ταύτισή του, με όρους απόκλισης από τη λογική,  με τον σουλτάνο Τζιέμ, αδερφό και συνδιεκδικητή του πολύφερνου Οθωμανικού θρόνου, Μπαγιαζίτ Β’, εντάσσεται σε έναν πνιγηρό διάκοσμο, που διαμορφώνει για τους ήρωες της νουβέλας η καταραμένη αυλή• άλλως πως: μια μεγάλη φυλακή στην Κωνσταντινούπολη.

Βεβαίως, η φιγούρα του Κιαμίλ είναι καταλυτική, καθώς εμπεριέχει όλα εκείνα τα γνώριμα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους σαλούς ήρωες της λογοτεχνίας. «Χτυπημένος» από έναν άδοξο έρωτα, αποφασίζει να αποποιηθεί την κοινωνική ζωή, τα πλούτη του, τις παρέες και να αφιερωθεί -με πάθος ζηλωτή- στα βιβλία Ιστορίας και, μέσω αυτών, να βουτηχτεί στα θολά νερά της ετερότητας. Πιστεύει ακράδαντα πως είναι ο Τζιέμ. Απόφανση που εκφέρεται δημόσια από τον ίδιο και επί της ουσίας αποτελεί την αιτία της φυλάκισής του.

Οι κρατικοί λειτουργοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, βυθισμένοι στη μικρόνοιά τους, όχι μόνο δεν τον κατανοούν αλλά τον θεωρούν επικίνδυνο ταραχοποιό και συνωμότη.

Ωσαύτως καταλυτική είναι και η πνιγηρή παρουσία της φυλακής στη σύνθεση της νουβέλας. Ο Άντριτς τη σκιαγραφεί με τρόπο αδρό. Ένας περίκλειστος τοίχος, απόλυτη απομόνωση, ένα άγριο σκιαγράφημα που σκοπό έχει να αποδώσει μια τιμωρία άλογη. Στα έγκατά της, ένα ετερόκλητο ανθρωπομάνι. Απατεώνες, τυχοκυνηγοί, επικίνδυνοι δολοφόνοι, πολιτικοί κρατούμενοι, ράκη της ζωής, καυχησιάρηδες, αλλά και κάμποσοι αθώοι, για να δηλωθεί με τρόπο μελανό ο στρεβλός τρόπος απονομής της δικαιοσύνης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ρυθμιστής αυτής της ιδιότυπης Κόλασης, ο διοικητής της, ο περιβόητος Καραγκιόζης, μια μορφή μεφιστοφελική. Από τα χέρια του περνάει όλος ο μηχανισμός του πειθαναγκασμού, του εξοστρακισμού, της τιμωρίας, της εξύμνησης της εξουσίας, της εκδικητικής «θεραπείας» των «κακών σπόρων». Ο Άντριτς αφήνει σαφές στίγμα για τα όρια της νομιμότητας των εξουσιαστικών μηχανισμών και για την αρχιτεκτονική του φόβου που εδραιώνουν μέσα στα μυαλά των κρατουμένων. Υπό αυτή την έννοια, η «Καταραμένη Αυλή» μπορεί να λάβει τον χαρακτήρα καίριας αλληγορίας.

Η μέθη της ανάγνωσης, πάντως, παραμένει και εδράζεται στον τρόπο που ο Άντριτς διαχειρίζεται τις «φωνές» της νουβέλας. Την κεντρική ιστορία διηγείται ένας νεαρός μοναχός, όπως του την εκμυστηρεύτηκε ο αποθανών φρα- Πέταρ, που με τη σειρά του είχε περάσει τις βαριές πύλες της συγκεκριμένης φυλακής για ασήμαντη αφορμή. Από εκεί και πέρα αρχίζει ένα θαυμαστό γαϊτανάκι διηγήσεων από διαφορετικά πρόσωπα. Ιστορίες για γυναίκες και άνομα κατορθώματα που διηγούνται τρόφιμοι. Και φυσικά η ιστορία του Κιαμίλ, την οποία ξεδιπλώνει ο αλλοπρόσαλλος πολυλογάς Χαΐμ. Καμία αφήγηση δεν ολοκληρώνεται, μα και τίποτα δεν μοιάζει παράταιρο στον μετεωρισμό του. Η γλώσσα του Άντριτς είναι ποιητική, ακριβής και φλογισμένη. Είναι το όχημα ενός μεγάλου συγγραφέα για να μας μεταφέρει τις ιστορίες των ιστοριών.

Ευχής έργο που το συγκεκριμένο βιβλίο μεταφράστηκε, με τρόπο εξαίσιο, από τον Χρήστο Γκούβη.