«Άγγελος του θανάτου» ή «Δόκτωρ Θάνατος» είναι ορισμένοι από τους χαρακτηρισμούς που συνοδεύουν το όνομα του Γιόζεφ Μένγκελε στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χαρακτηρισμοί εκ διαμέτρου αντίθετοι με το λειτούργημα του γιατρού, με το επάγγελμα που είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Λίγοι είναι πλέον αυτοί που δεν γνωρίζουν τα εγκλήματα που αποδίδονται στον Μένγκελε, τον άνθρωπο που αποφάσιζε ποιοι από τους επιβάτες των τρένων του τρόμου που έφταναν στο Άουσβιτς θα οδηγούνταν απευθείας στον θάνατο και ποιοι θα γινόντουσαν αντικείμενο των ειδεχθών πειραμάτων του. Κι όμως, αυτός ο εγκληματίας δεν οδηγήθηκε ποτέ ενώπιον της δικαιοσύνης, κατάφερε να διαφύγει τις συνέπειες των πράξεών του μέχρι το τέλος της ζωής του βρίσκοντας καταφύγιο σε χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Αυτή ακριβώς την περίοδο της ζωής του, τα χρόνια της φυγής, αναπλάθει μυθιστορηματικά ο Γάλλος συγγραφέας Ολιβιέ Γκεζ στο μυθιστόρημά του Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε το οποίο απέσπασε το βραβείο Renaudot το 2017. Η ιστορία ξεκινά πάνω στο North King, το πλοίο που φέρνει τον Χέλμουτ Γκρέγκορ –ψευδώνυμο που είχε υιοθετήσει ο Μένγκελε τα πρώτα χρόνια της φυγής του– στην Αργεντινή το 1945. Η Αργεντινή του Περόν αποδεικνύεται παράδεισος για τους φυγάδες ναζί και ο Γκρέγκορ/Μένγκελε δεν αργεί να δημιουργήσει μια ικανοποιητική ζωή: εργάζεται, εντάσσεται σε έναν κύκλο ναζί ή φιλοναζί εξόριστων που θεωρούν εαυτούς θύματα της ιουδαιοχριστιανικής συνωμοσίας που καθορίζει πλέον την τύχη του κόσμου. Μετά το διαζύγιο από την πρώτη του σύζυγο, δεν διστάζει να παντρευτεί τη Μάρθα, τη χήρα του μεγαλύτερου αδερφού του. Η ηρεμία του όμως δεν διαρκεί πολύ, η σύλληψη του Άιχμαν από τη Μοσάντ τον οδηγεί και πάλι στη φυγή, αρχικά στην Παραγουάη και στη συνέχεια στη Βραζιλία. Αν και η οικογένειά του εξακολουθεί να χρηματοδοτεί την εξορία του, οι σύμμαχοί του αρχίζουν σιγά σιγά να λιγοστεύουν, τα κρησφύγετά του είναι όλο και πιο απομονωμένα και ο ήδη δύσκολος χαρακτήρας του γίνεται ακόμα πιο δύστροπος και αντιπαθητικός. Το τέλος του θα τον βρει στα όρια της παράνοιας, σχεδόν μόνο του, αλλά πάντα αμετανόητο για τα εγκλήματά του, τα οποία φυσικά ποτέ δεν αναγνώρισε ως τέτοια.

Ο συγγραφέας έχει κάνει μια εξαιρετική βιβλιογραφική και αρχειακή έρευνα και, όπως ο ίδιος δηλώνει στο τέλος του βιβλίου, τα σκοτεινά σημεία της ιστορίας του Μένγκελε τα συμπλήρωσε με μυθιστορηματικό τρόπο. Χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο τον ενεστώτα, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ντοκιμαντέρ στην αφήγηση, διατηρεί μια απόσταση, μια ψυχρή ματιά. Δεν τον ενδιαφέρουν τα κίνητρα των πράξεων του Μένγκελε, εστιάζει στη φυγή του, στις συνθήκες –σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική– που του επέτρεψαν να διαφύγει, να μην λογοδοτήσει  για τα εγκλήματά του. Ο συγγραφέας αποπειράται να αποδομήσει την αντίληψη ότι το κακό πάντα τιμωρείται. Όχι, το κακό συχνά διαφεύγει, μεταμφιέζεται και επανεμφανίζεται με άλλη μορφή. Γι’ αυτό «Γρηγορείτε, ο άνθρωπος είναι πλάσμα πειθήνιο, πρέπει να φυλαγόμαστε από τους ανθρώπους» (σελ. 297).