“Όσο απελπισμένη και μεγάλη να είναι η ανάγκη σου, ποτέ μην προσεύχεσαι σε θεούς που απαντούν στις προσευχές αφού πέσει το σκοτάδι” (σελ 39) προειδοποιεί τη νεαρή Άντι η ηλικιωμένη σοφή του χωριού της, αλλά η απελπισία θα αποδειχτεί ισχυρότερη και θα την οδηγήσει να αγνοήσει αυτή τη συμβουλή. Στις αρχές του 18ου αιώνα, η εικοσιτριάχρονη Άντι, κάτοικος ενός μικρού χωριού στη Γαλλία, τρέχει απελπισμένη μέσα στο δάσος προσπαθώντας να ξεφύγει από τον γάμο που της έχουν κανονίσει οι δικοί της. Είναι νύχτα και προσεύχεται με όλη της τη δύναμη να σωθεί, να έχει περισσότερο χρόνο και ελευθερία. Ώσπου κάποια δύναμη θα της απαντήσει, θα ικανοποιήσει την επιθυμία της και ζητά για αντάλλαγμα την ψυχή της όταν αυτή θα βαρεθεί να ζει. Η Άντι αισθάνεται τυχερή, κλείνει τη συμφωνία αλλά αγνοεί τι την περιμένει, αφού στη νέα της ζωή μόλις κάποιος χάσει την οπτική επαφή μαζί της την ξεχνά. Τώρα έχει όσο χρόνο θέλει, είναι ελεύθερη να καθορίσει τη ζωή της αλλά κανένας δεν τη θυμάται, ούτε η οικογένειά της, ούτε οι φίλοι της, ούτε οι νέοι άνθρωποι που συναντά.

Τριακόσια χρόνια αργότερα, η Άντι βρίσκεται στη Νέα Υόρκη. Δεν έχει σπίτι, χρήματα ή πραγματικούς φίλους, αφού κανείς δεν μπορεί να τη θυμηθεί. Είναι ειδική στο να επιβιώνει κλέβοντας μόνο ό,τι της είναι απαραίτητο και βρίσκοντας καταφύγιο στα σπίτια ανθρώπων που γνωρίζει ξανά και ξανά. Μόνη σταθερή παρουσία στη ζωή της είναι αυτή η αρχαία δύναμη που παίρνει τη μορφή ενός νεαρού άνδρα, στον οποίο η Άντι έχει δώσει το όνομα Λουκ, και εμφανίζεται σχεδόν κάθε χρόνο στην επέτειο της συμφωνίας τους για να διεκδικήσει την ψυχή της. Ώσπου μια μέρα συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: μπαίνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο για να επιστρέψει ένα βιβλίο που είχε κλέψει την προηγούμενη μέρα, ανακαλύπτει ότι ο πωλητής, ο Χένρι, τη θυμάται. Πώς είναι δυνατόν να τη θυμάται, να μπορεί να προφέρει το όνομά της; Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσά τους είναι μια φρέσκια πνοή στη ζωή και των δύο τους, αλλά τελικά τίποτα δεν μπορεί να ξεγελάσει έναν αρχαίο θεό, που είναι πάντα εκεί κοντά και παρακολουθεί και επηρεάζει την πορεία της ζωής τους.

“Η αθέατη ζωή της Άντι Λαρί” είναι ένα μυθιστόρημα φαντασίας, μια ιστορία που παίζει με τα στερεότυπα των κλασικών ιστοριών με ευχές και κατάρες και την αναζήτηση του εκλεκτού που θα δώσει τη λύση. Η V.E. Schwab επιλέγει μια διαφορετική διαδρομή, με μια δυνατή και δυναμική πρωταγωνίστρια που, αφού ξεπεράσει το αρχικό ξάφνιασμά της, προσπαθεί να χαράξει την πορεία της όπως αυτή νομίζει. Δεν περιμένει το άτομο που θα την αποδεσμεύσει από την υπόσχεσή της, γνωρίζει πολύ καλά ότι μόνο αυτή μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό της. Τα τριακόσια χρόνια της ζωής της, η συνεχής παρουσία της μέσα στο πέρασμα του χρόνου δεν είναι μια γιορτή και δεν είναι λίγες οι φορές που θα σκεφτεί ότι “το να σε ξεχνούν μοιάζει κάπως με την τρέλα. Αρχίζεις να αναρωτιέσαι τι είναι αληθινό, αν ο ίδιος σου ο εαυτός είναι αληθινός” (σελ. 159). Η μοναξιά και η διαρκής αναζήτηση της ταυτότητάς της είναι τα σταθερά στοιχεία της ζωή της, μαζί με τον Λουκ, η παρουσία του οποίου είναι τρόμος και λαχτάρα μαζί.

Παρά το γεγονός ότι το ρομαντικό στοιχείο ξεκάθαρα υπάρχει στο μυθιστόρημα, δεν πρόκειται για μια κατά βάση ρομαντική ιστορία. Είναι μια περιπέτεια διαρκούς κίνησης στον χώρο και στον χρόνο: από τη Γαλλία του 18ου αιώνα, στην Ιταλία, στη Νέα Υόρκη του 21ου αιώνα, η Άντι κινείται, επιβιώνει και αφήνει τα θολά της ίχνη σε ένα άγαλμα, έναν πίνακα ή ένα τραγούδι. Παρά το γεγονός ότι σε ορισμένα σημεία υπάρχουν επαναλήψεις που προσθέτουν όγκο στο βιβλίο, η ομορφιά της γλώσσας (σε πολύ καλή μετάφραση από τον κ. Θωμά Μαστακούρη) η συνεχής εξερεύνηση των ορίων του ατόμου και η σταδιακή πορεία της Άντι προς τη χειραφέτηση και την ουσιαστική ελευθερία το καθιστούν ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.