«Ο Κόσμος στο στόμα του Γαργαντούα»

Σε αυτό το στόμα, που «γράφεται» το 1534, δεν πέφτουν μόνο αμέτρητα κοπάδια αμνοερίφια, βαρέλια κρασί και όλων των ειδών τα τερψιλαρύγγια, όπως θα θυμόμαστε από τις διασκευές που διαβάζαμε στα παιδικά μας χρόνια. Από μέσα ξεπηδά και η μορφοποιητική δύναμη της λογοτεχνίας, με τη μορφή σάτιρας, αλλά και ψύχραιμης σκέψης, πολιτικού και αισθητικού σχολιασμού, και όλων όσων ταιριάζουν στον αναγεννησιακό άνθρωπο που είναι ο Φρανσουά Ραμπελέ, ο συγγραφέας του Άτλαντα-Γαργαντούα.

Ευρυμαθής, ελληνομαθής, ελευθερόστομος και ακόμα πιο ελεύθερος στην καρδιά ο Ραμπελέ, μακριά από σοφολογιότατους και σχολαστικιστές, τιμητές της θρησκείας, και γλείφτες της αυλής, καλεί τους αναγνώστες του στο προοίμιο του κλασικού του έργου να είναι κριτικοί με τα αναγνώσματά τους: «να τα διαβάζουν σα να ’ναι σκύλοι κι εκείνα κόκαλα μεδουλωμένα». Κι αυτό το μεδούλι, υπόσχεται, «θα τους αποκαλύψει μυστικά και μυστήρια, σχετικά με τη θρησκεία, αλλά και την πολιτική κατάσταση και την οικονομική ζωή».

Στα ειρωνικά επεισόδια του μυθιστορήματος χρησιμοποιεί το μοτίβο του λαϊκού αναγνώσματος του Γίγαντα, δεν το κάνει όμως περιοριζόμενος σε εύθυμες υπερβολές για την αναλογία των αντικειμένων, αλλά αναμιγνύει πλειάδα μοτίβων από όλη τη βεντάλια της ανθρώπινης εμπειρίας. Σε αυτό το εγχείρημα διαπλέκει διάφορα ύφη ταιριαστά κάθε φορά με το αφηγούμενο συμβάν, διαπερνώντας την αφήγησή του με έναν διάχυτο ρεαλισμό που αναζωογονεί. Είναι η εποχή που έχει ανακαλυφθεί η Αμερική και αυτό είναι κάτι που ο Ραμπελέ το εκμεταλλεύεται, σχολιάζοντας την αναλογία της καινούριας μεγάλης ηπείρου με τον Γίγαντά του και τοποθετώντας τον κάποιες φορές σε αυτήν. Η  δυνατότητα μετάθεσης του ήρωα σε κάποια ουτοπική χώρα αποκαλύπτει και θέτει στη διάθεση της αφήγησης μια νέα προωθητική δύναμη, την ίδια που θα συναντήσουμε πολύ αργότερα στη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας. Επιτρέπονται έτσι συγκρίσεις με την παρούσα καθεστηκυία τάξη, σχολιασμοί και επικρίσεις, προτάσεις για «αναδασμό» των κοινωνικών συμβάσεων σε έναν χώρο ουτοπικό και μακρινό ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου.

Εντάσσοντας τον εαυτό του στους αντικληρικαλιστές- ουμανιστές, υιοθετεί συχνά το ύφος που διατηρούν εκείνοι στα λιβελογραφήματά τους κατά της Εκκλησίας –  ας σημειωθεί εδώ ότι ο συγγραφέας στα νιάτα του υπήρξε Φραγκισκανός καλόγερος. Όπως μας κάνει γνωστό ο αξεπέραστος Άουερμπαχ στο κλασικό βιβλίο του «Μίμησις», το ύφος  του Ραμπελέ είναι χαρακτηριστικό των κηρυγμάτων του ύστερου Μεσαίωνα: «αυτά τα κηρύγματα είναι ωμότατα λαϊκά, ρεαλιστικά, ως προς την προσέγγιση των ανθρώπινων πλασμάτων, λόγια όμως και ηθοπλαστικά  όταν ερμηνεύουν συμβολικά τη Βίβλο». Κορυφαίο και κλασικό επίσης το σχόλιο του Άουερμπαχ για την επιτυχία του αφηγηματικού λόγου του Ραμπελέ, την οποία αποδίδει στην υιοθέτηση από τον συγγραφέα της αρχής της γρήγορης εναλλαγής των κατηγοριών του γίγνεσθαι, της εμπειρίας, των γνωστικών πεδίων, των αναλογιών και του ύφους.

Απολαύστε αυτό το βιβλίο, και ιδιαίτερα τα χωρία που δίνουν στον Ραμπελέ τη δυνατότητα να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο μέσα από νέες λέξεις, το φαρσοκωμικό παραστατικό ύφος του, την πολυμάθειά του που ακροβατεί επιδεικτικά, καθώς και τα πικρόχολα αλλά αληθέστατα σχόλια για πρόσωπα και θεσμούς της εποχής. Μετάφραση εξαιρετική, από τον Φίλιππο Δρακονταειδή.