Φιλοσοφικό δοκίμιο στα ίχνη του υψηλόφρονος Περικλή Γιαννόπουλου με τη λογοτεχνική σύμβαση της έκδοσης των χειρογράφων (του χειρογράφου) ενός εκλιπόντος εστέτ με το συμβολικό όνομα Άγγελος Ξένος, ενός ανθρώπου που περιγράφεται στα «Επιλεγόμενα του Επιμελητή της Έκδοσης» ως σχολαστικός και μανιακός με την καθαριότητα και την τάξη. Αναζητητής της Αιώνιας Αρμονίας, της πυθαγόρειας «μουσικής των σφαιρών» ο ομιλητής-γράφων παραπέμπει ανάμεσα στον Νεοκλασικισμό και στον Νεορομαντισμό με τον ενθουσιασμό ενός αιώνιου έφηβου, όχι εντελώς απαλλαγμένου από κάθε είδος ναρκισσισμού, αν και δηλώνεται ρητώς η πρόθεσις ή ο στόχος «να μπορέσει να διαγράψει τον εαυτό του προτού γράψει» (σελ. 252), κάτι που δεν καθίσταται βεβαίως εφικτό αφού κάθε πράξη κατα-γραφής είναι κατ’ αρχήν ερωτική, με την ορφική έννοια της συμπαντικής φιλότητος. Από μόνη της λοιπόν η πράξη της γραφής εμπεριέχει την αλαζονεία και την περηφάνια του ενσάρκου πνεύματος το οποίο θεωρεί πως μπορεί καλύτερα αυτό από κάθε άλλο τη δεδομένη χωροχρονική στιγμή να αποτυπώσει ένα «ενσταντανέ» της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Ειδικά στα χρόνια της Κρίσης ο καταιγισμός των ανθρώπων που εκφράζονται με τον ελεύθερο δοκιμιακό λόγο έχει σημαντικά πληθύνει κι αυτό είναι απολύτως λογικό και θεμιτό, παράλληλα με την πλημμυρίδα των αισθηματολογούντων. Ο κάθε ένας κι η κάθε μία επιζητεί να βρει μία αιτία για το χάλι μας, μια κάποια λύση, την αχτίδα έστω της αισιοδοξίας που θα επιτρέψει την ανάσταση της δημιουργικότητας και την έξοδο από τη σκοτεινή, ζοφερή, μουχλιασμένη κι αηδιαστική σήραγγα με τα ασπόνδυλα στην οποία βρεθήκαμε εκόντες-άκοντες. Όλ’ αυτά απολύτως θεμιτά κι ανθρώπινα, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από τα σολωμικά «κινήματα της ψυχής» που ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει «αυτοκίνητον». Παίζοντας συχνά με τον λόγο ο καλός συγγραφέας και διανοητής Θανάσης Λάμπρου φιλοτεχνεί αντιπαραθέσεις όπως αυτοκίνητος ψυχή ή πνεύμα – αυτοκίνητο, άσφαλτος – σφάλματα και άλλα περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα. Τα σχήματα λόγου επιτείνουν την ειρωνεία του ύφους και δίδουν μια σαρκαστική πνοή στο όλον πόνημα, ουχί όμως κι αυτοσαρκαστικήν, αφού το υποκείμενο ή δεν υπάρχει ή κινείται στον ιδεατό χώρο των τελείων μαθηματικών εννοιών. Αυτή η ηθελημένη καταγγελτική διάθεση χαρίζει στο κείμενο έναν χαρακτήρα υψιπετή αν όχι και διδακτικό. Φιλοσοφικά ερωτήματα αναμεμειγμένα με μεγάλη δόση χαρμολύπης και μανιχαϊστική αναζήτηση του Φωτός ως φορέα όχι μόνον Πληροφορίας αλλά και Αλήθειας, που μοιάζει ως μόνη προϋπόθεση για την επίτευξη του Κάλλους και της πολυπόθητης ερμηνείας. Είχα καιρό να διαβάσω κάτι τόσο ακραίο και καθαρό, κρυστάλλινο θα έλεγα στο ύφος και στη μορφή του. Κάτι τόσο ξάστερο, γάργαρο και τρυφερό συνάμα, γιατί μόνον κάποιος που θεωρεί τον άνθρωπο φύσει καλόν κι εν δυνάμει θεόν, κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Του Δημιουργού του, μόνον αυτός μπορεί να γράψει τόσο αυστηρά και παθιασμένα. «Θεοί εστέ», όπως υπόσχεται ο Χριστός στη Βίβλο, μόνο που παρατηρώντας την κατάντια γύρω σου, την απληστία και τον άκρατο υλισμό καταλήγεις αναπόφευκτα σε απαισιόδοξες σκέψεις τόσο που μετατρέπεται σε ανιαρή η τόση οργισμένη αυτολύπηση αν δεν αντισταθμίζεται με την απαραίτητη αντίστιξη, που δεν είναι άλλη από την εύθυμη αντιμετώπιση της ζωής ως πεδίου ασκήσεως της κληρονομικής χαράς που όλοι εμείς, τα ταλαίπωρα γήινα πλάσματα δικαιούμεθα. Αυτό είναι κάτω από το λεπτοκεντημένο αυτό κείμενο: η απαίτηση της ευτυχίας στο εδώ και τώρα, σε αυτή τη ζωή. Καμία μεταφυσική δεν παρεισφρέει στη μυθολογία του ομιλούντος προσώπου. Κι η επίσημη μυθολογία της Κλασικής Αρχαιότητας λειτουργεί μάλλον ως πρόσχημα ή ως αναγκαία σύμβαση, όχι όμως ως ικανή κι αναγκαία συνθήκη για την πλοκή της αφήγησης. Από τα σπάνια καλοδουλεμένα βιβλία με μία παρατήρηση: οι επεμβάσεις του δήθεν επιμελητή του εκδοθέντος χειρογράφου θα έπρεπε να μπαίνουν σε υποσημειώσεις ή με λεπτότερα στοιχεία για να μην μπερδεύεται ο αναγνώστης.

Σίγουρα δεν απευθύνεται στους αναγνώστες των ευπώλητων μυθιστορημάτων της ροζ λογοτεχνίας ο Θανάσης Λάμπρου. Είναι συνοπτικός και συνεκτικός. Φιλοσοφικός λόγος εν αναπτύξει, εκλαϊκευμένη Επιστήμη, Γνώση προς από-γνωσιν, έμπρακτος αμφισβήτησις των πάντων κι άλλα πολλά, ων ουκ έστιν αριθμός. Ο λογισμός όμως είναι αρχιτεκτονικώς δομημένος, γεωμετρημένος θα έλεγα με τόση ακρίβεια και καθαρότητα που μόνον τα προπλάσματα των έμπειρων μηχανικών μπορούν να έχουν. Η αφαίρεση είναι ένδειξη δεξιοτεχνίας. Κι η συμπύκνωσις επίσης. Αν υπήρχαν περισσότερες παρηχήσεις και μουσικότητα στον λόγο θα έλεγα πως αυτό το πόνημα είναι κυρίως λογοτεχνικόν. Όμως τώρα εκκρεμεί ανάμεσα στην τεκμηριωμένη ακαδημαϊκή διατριβή και στην επιμελημένη αρθρογραφία. Κι αυτή η κριτική μου επισήμανση δεν έχει επικριτική διάθεση, αλλά αφού ομολογείται στο γραπτό πως η ποίηση είναι η ανώτερη μορφή έκφρασης, τότε η αποχή από αυτήν και οι παρεκβάσεις του λογισμικού μέρους του δεξιού ημισφαιρίου του ανθρωπίνου εγκεφάλου δίδουν στην τόση αναλυτική επιχειρηματολογία χαρακτήρα εμπορικού ή οικονομικού ισολογισμού κι αφαιρούν κάθε διονυσιακή έκσταση από μία πράξη κατ’ αρχήν κι εξ ορισμού απολλώνια . Ετούτο το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό καθιστά κρυπτικό το κείμενο και του προσδίδει μιαν άλλου είδους λογοτεχνικότητα, εξ αντιθέτου ίσως. Όσο κι αν συμφωνεί ή διαφωνεί ο συγγραφέας Θανάσης Λάμπρου με αυτή μου την άποψη, ως επαρκής αναγνώστης δικαιούμαι να καταβυθιστώ στον κοσμικό-συμπαντικό ρυθμό που άλλοτε τον βρίσκω κι άλλοτε τον χάνω στα περισσότερα τυπωμένα ή χειρόγραφα κείμενα. Εδώ υπάρχει, διαγιγνώσκω πως υπάρχει μια μεσογειακή πληθωρικότητα που τείνει προς το άναρχο κι άτακτο της ιδιοσυγκρασίας των ανθρώπων που ζουν σε αυτήν την κατασυκοφαντημένη και περικαλλή χώρα. Η πολλή αυτολύπηση και το πολύ αυτομαστίγωμα αφαιρούν πολλά από την ηδονή της ανάγνωσης και προκαλούν μουσικές αρρυθμίες που όμως δεν σκιάζουν στο ελάχιστο το (επι-)κοινωνούμενο νόημα. Ούτως ή άλλως, πρόκειται για ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και προσεγμένα βιβλία της πρόσφατης εκδοτικής παραγωγής από έναν οίκο που μόνον ποιότητα νοιάζεται, δημιουργεί και προωθεί.

Το «Φωτεινό Κέντρο» του Θανάση Λάμπρου είναι μια φιλοσοφική παραβολή για τα κακώς κείμενα αυτού του τόπου έτσι όπως ξεβράζονται στην ομηρική ακρογιαλιά της Αιωνιότητας στα άθλια χρόνια της Κρίσης, οικονομικής αλλά κυρίως πολιτισμικής. Ας βγει κάτι καλό απ’ όλο αυτό. Κάθε διαμαρτυρία και μάλιστα έγγραφη λειτουργεί σαν πετραδάκι στο μέσο μιας βαλτωμένης λίμνης. Με ή χωρίς τον Περικλή Γιαννόπουλο που αυτοκτονεί στον Σκαραμαγκά (!!!) μπαίνοντας στη θάλασσα πάνω στο άλογό του, υπενθυμίζοντας το λαϊκό εκείνο μύθευμα για τους Κολοκοτρωναίους που «καβάλα πάν’ στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε, καβάλα παίρν’ αντίδερο απ’ του παπά το χέρι». Ο αυτοπυροβολισμός του Περικλή Γιαννόπουλου διαφέρει από τον αυτοπυροβολισμό του Καρυωτάκη. Είναι άλλης τάξης κι αισθητικής φαινόμενα. Όπως κι ο συγγραφέας αυτού του πονήματος αυτοκτονεί υβρίζοντας τρόπον τινά τους ομοίους, τους οικείους, τους συμπατριώτες και συνταξιδιώτες του σε αυτό το καράβι που έχει το όνομα Ελπίδα, Θλίψη κι ό,τι άλλο μπορεί να μηχανευτεί κανείς.

Η τόση απελπισία λειτουργεί πάντα ομοιοπαθητικά. Κι από αυτή την άποψη ο Θανάσης Λάμπρου επέτυχε τον στόχο του, παρά τις ακραίες απόψεις που διατυπώνει κρατώντας απόσταση ασφαλείας από το εκτόνωμά του [θα μπορούσα να πω και «εκτόπλασμά του» αλλά προτιμώ να νεολογίσω], αφού υποτίθεται ότι επιμελείται το χειρόγραφου ενός πεθαμένου σύγχρονου «αγίου» και μάρτυρα μιας δυσκοίλιας εποχής περί τα πνευματικά προϊόντα που αξίζει να καταταχθούν, να ελεγχθούν και να μελετηθούν για πάνω από μία φορά.

Ρομαντική προσπάθεια με ζέον αποτέλεσμα.