Θεία Δίκη

Για τον Ναγκίμπ Μαχφούζ τι μπορεί να πει κανείς. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους σύγχρονους συγγραφείς, μολονότι στην Ελλάδα δεν είναι ευρέως διαδεδομένος. Αποβιώσας το 2006, τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας το 1988. Τα βιβλία του έχουν το ιδιαίτερο χάρισμα να είναι διδακτικά υπό τη σκέπη της μυθιστοριογραφίας, επενδυμένα με απλό τρόπο, ταπεινά ανθρώπινο, επιβλητικά συναισθηματικό, θεϊκά αντιλαμβανόμενο.

Στο συγκεκριμένο έργο ο Ναγκίμπ Μαχφούζ καταπιάνεται μ’ ένα εξαιρετικό θέμα, που προκαλεί ενδιαφέρον από κάθε άποψη. Ενώπιον του θρόνου, του θεϊκού δικαστηρίου οδηγούνται όλοι όσοι επηρέασαν έντονα την Αίγυπτο από τα πρώτα χρόνια της χώρας έως τη σύγχρονη εποχή. Η ολομέλεια του δικαστηρίου απαρτίζεται από τον Όσιρι, την Ίσιδα, τον Ώρο και τον Θωθ, το γραμματέα.

Ενώπιον του Συμβουλίου λοιπόν φτάνουν άνθρωποι γηγενείς, ξένοι, αλλόθρησκοι που έζησαν ή κυβέρνησαν την Αίγυπτο και έπαιξαν ρόλο στην πορεία της χώρας ανά τους αιώνες. Κρίνονται από το δικαστήριο και αναλόγως τους δίνεται πιστοποιητικό επαίνου και κάθονται δίπλα στους θεούς ως επιβράβευση. Άλλοι παίρνουν πιστοποιητικό ασημαντότητας, προκειμένου να κριθούν έπειτα από το δικαστήριο της δικής τους θρησκείας ή απλά περνούν στη βόρεια Πύλη, όπου είναι ο τόπος των ασήμαντων. Και τέλος υπάρχουν και άλλοι που στέλνονται στη δυτική Πύλη, όπου βρίσκεται η κόλαση.

Το έργο είναι δομημένο σε κεφάλαια μικρά που δυναμώνουν το ύφος του κειμένου, τριτοπρόσωπη αφήγηση με λιτή γλώσσα και ένα ύφος υποβλητικό που μαγνητίζει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας σελίδα. Ο συγγραφέας δεν αναλώνεται στα ιστορικά στοιχεία που αφορούν τον κάθε κρινόμενο ξεχωριστά, αλλά περισσότερο επικεντρώνεται στις πράξεις του και την κρίση του Συμβουλίου. Επίσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διάλογοι ανάμεσα στους κρινόμενους που παρίστανται στις κρίσεις των επόμενων, ως βραβευθέντες, καθώς μέσα από τις στιχομυθίες τους πολλές φορές καταδεικνύεται η χρήση (και η κατάχρηση) της εξουσίας, ακόμα κι αν το έργο τους κρίθηκε θετικό. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η μετάφραση της Πέρσας Κουμούτση είναι εξαιρετική.

Ως κατακλείδα θα προτιμήσω να γράψω τη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό από την αρχή που ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο: δεν θα είχε πολύ ενδιαφέρον να γραφόταν κάτι αντίστοιχο και στην Ελλάδα; Αν και νομίζω ότι τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε λίγο πολύ όλοι.