Συγκινητική πρωτοπρόσωπη αφήγηση από ένα «τρομερό» παιδί-θαύμα του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και της θεατρικής σκηνής και της μικρής οθόνης και των μεταγλωττίσεων!

Ο Βασίλης Καΐλας μεγάλωσε στα πλατό και στα κινηματογραφικά γυρίσματα, μπορεί να μην έπαιξε όσο ήθελε με τα άλλα παιδιά, όμως έπαιξε με τα ιερά τέρατα της υποκριτικής και συγκαταλέγεται επαξίως στην από αρχαιοτάτων χρόνων συντεχνία του Διονύσου. Παρακολούθησε την υποχρεωτική εκπαίδευση με μεγάλα διαλείμματα και πολλούς αντιπερισπασμούς, πήρε όμως εξαιρετική μόρφωση και το διδακτορικό του από το πανεπιστήμιο της ζωής, σε δύσκολους καιρούς, όταν η μετεμφυλιακή Ελλάδα περνούσε μία ακόμα από τις επώδυνες κρίσεις της. Και μόνο να ακούσεις αυτά τα θεατρικά κείμενα ξανά και ξανά, από το προσκήνιο κι από τις κουίντες… αν είχες την τύχη να παίξεις με ιερά τέρατα όπως η Παξινού κι ο Μινωτής στον σαιξπηρικό «Μάκβεθ», αν ευλογήθηκες από τη μοίρα να παίξεις δίπλα στον Χορν και να δίνεις με την καθοριστική παρουσία σου τη λύση του δράματος στον «Ταξιδιώτη χωρίς αποσκευές» του Ζαν Ανούιγ, αν έχεις ερμηνεύσει κλασικά κείμενα του διεθνούς ρεπερτορίου, νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να μεμψιμοιρείς για μερικές χαμένες «μπαλιές», για κάποιες σχολικές ώρες ή αν διέλαθες μερικών πληροφοριών από την ούτως ή άλλως αχανή σε έκταση ανθρώπινη γνώση. Η αληθινή Γνώση και η Σοφία κερδίζεται, χαρίζεται, απονέμεται αλλά και κατακτιέται μέσα από την καθημερινή σύγκρουση με τον καθρέφτη του κόσμου, με τον κόλαφο της πραγματικότητας, στη διαχείριση μιας καθημερινότητας που έχει εξοντώσει πολλούς και σε πολύ τρυφερές ηλικίες…

Ο ηθοποιός Βασιλάκης Καΐλας άντεξε δεκαετίες καλλιτεχνικής μάχης και συνεχίζει να υπηρετεί την τέχνη του με τη μόνιμη ευσυνειδησία εκείνου που σαν πάψει να εργάζεται ασφυκτιά και δεν αρκεί το οξυγόνο που γεμίζει τα πνευμόνια να ποτίζει και τον εγκέφαλό του.

Με τη μορφή λευκώματος, ο λόγος σχεδόν επιγραμματικός, υπομνηματικός, επιγραφικός, οι εκδόσεις Αγγελάκη διάλεξαν αυτόν τον ευσύνοπτο και ψυχαγωγικό τρόπο να μας ξεναγήσουν στην καλλιτεχνική περιπέτεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα στην Ελλάδα, που όσο κι αν κάποιοι θέλουν να την αντιμετωπίζουν σαν Ελλαδίτσα, ή να την αποκαλούν ακόμα και «Ψωροκώσταινα» έβγαλε μεγάλες μορφές πνευματικού αναστήματος απαράμιλλου. Ενδιαφέρουσες είναι οι παρατηρήσεις του παλαίμαχου ηθοποιού για τις διεθνείς παραγωγές που έλαβε μέρος κι οι αναπόφευκτες συγκρίσεις για τις φτωχές δικές μας. Όμως η σύγκριση είναι υπέρ του μεγαλείου, του δαιμονίου εκείνου που μας επιτρέπει να μεγαλουργούμε από το τίποτα, ενώ οι άλλοι αρκούνται σε συστήματα, δομές, προγράμματα που τα ακολουθούν δουλικά και μηχανικά σαν τυφλοσούρτη.

Έμαθα μέσα από αυτό το εικονογραφημένο βιβλίο περισσότερα για την Ιστορία του κινηματογράφου και του θεάτρου απ’ όσα συνήθως εκλαμβάνω από τα σχολαστικά συγγράμματα των «ειδικών» που χάνουν την μπάλα, αφού κατέχουν ικανοποιητικά μόνον ένα παίγνιον: «ο παραπέμψας του παραπέμψαντος»…

Όχι, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς αυτό το αναμνηστικό μιας ζωής πλούσιας σε καλλιτεχνική προσφορά κι εμπειρίες κυρίως μέσα από τον ιερό χώρο της τέχνης του θεάτρου. Πέρα από κάθε απόπειρα συγγραφής απομνημονευμάτων, αυτό το λεύκωμα λειτουργεί ως ημερολόγιο, σαν ελιξίριο αειμνησίας, σαν ξόρκι κατά της Λήθης και της λησμονιάς. Κι αυτό έχει από μόνο του μιαν αξία λογοτεχνική κι αισθητική. Τα κείμενα που δεν λησμονιούνται είναι συνήθως γραμμένα με απλά λόγια, βγαλμένα «από καρδιάς», σαν να μιλάει ένα μικρό παιδί, που αντί να μετράει τα άστρα μετράει τα πλάνα, σαν τον Βασίλη Καΐλα που όσο κι αν ωρίμασε κι έγινε περήφανος οικογενειάρχης και «χαζομπαμπάς» όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του, κράτησε μέσα του αλώβητη την αθωότητα της παιδικής ματιάς, σε έναν κόσμο ούτως ή άλλως ακατάληπτο και στους μεγάλους. Του ευχόμαστε να μακροημερεύσει και να συνεχίσει τη δημιουργική του πορεία, ανεπηρέαστος από τον Χρόνο, που είναι συνήθως εχθρός για την όψη αλλά σύμμαχος στην εξέλιξή μας.