…τι να σου κάνει το ξύλο δίχως έρωτα

κι άλλες φορές

τι να τον κάνεις τον έρωτα χωρίς ξύλο

γιατί είναι και της μόδας

να ρίχνεις και καμιά ψιλή στο κρεβάτι

κι εμένα μ’ αρέσει

αλλά είναι και κάτι τύποι

που το χάνουνε το νόημα

και ρίχνουν και στα κανονικά χωρίς έρωτα·

βλέπεις άμα συνηθίσεις το ξύλο,

είτε το δίνεις είτε το τρως,

μετά κάπως σου φαίνεται χωρίς αυτό

μέχρι να φτάσει η κατάσταση στο μη παρέκει

και σε μπουζουριάσουν

  • για ψύλλου πήδημα θα πεις εσύ –

γιατί τα πέρασες τα όρια

μαλάκα νταβατζή

επειδή φέρνεις ένα κομμάτι ψωμί στο σπίτι

ή ακόμα χειρότερα

επειδή πια δεν φέρνεις τίποτα

και πώς θα είσαι άντρας

και μόρτης

Επιτέλους και κάτι νεανικό αντικομφορμιστικό, αντισυμβατικό, αλεξιθάνατο!!! Υπάρχει νέα γενιά ποιητών, φρέσκια, μόλις βγήκε από τα κάρβουνα, ψημένη στη λιτότητα της Κρίσης, ειρωνική κι αυτοσαρκαστική, επαναστατημένη και φιλοσοφημένη, παθητικώς ενεργούσα κι ενεργώς γράφουσα, πολιτικώς ενήμερη και πολιτικοποιημένη με την ευρεία έννοια, που ξέρει ότι καταναλώνει ευπώλητα σκουπίδια, αλλά οριοθετεί τις ανάγκες της κι ελέγχει τις επιδιώξεις της. Από φιλοδοξίες δεν της άφησαν και πολλές οι ιθύνοντες της νέας γενιάς των ποιητών, διανοητών μας. Οι επιστήμονες έχουν το άλλοθι της φυγής στην Αλλοδαπή με τα διδακτορικά και το post-docs τους. Τι κάνουμε όμως όλοι εμείς των «ανθρωπιστικών επιστημών», της Τέχνης και του Λόγου; Στο περιθώριο; Στην πυρά; Στην αγρανάπαυση; Στη βεβιασμένη βραβειοθηρεία, όπου ένας κερδίζει και χίλιοι χάνονται; Μήπως στο λόττο έχεις περισσότερες πιθανότητες;

Πικρό, πικρό, χωρίς γλυκανάλατες υπεκφυγές το ποιητικό φιλοσοφικό δοκίμιο του Νεκτάριου Λαμπρόπουλου των εκδόσεων ΧΑΡΑΜΑδΑ. Απολύτως σύγχρονο, επίκαιρο, ψαγμένο, πολιτικοποιημένο κι α-πολίτικο συνάμα. Βαθύς υπαρξισμός και συμβολισμός κανένας. Ο σουρεαλισμός μοιάζει σαν ιδιοτροπία των μεγαλοαστών για αυτούς τους νέους άνεργους, ημιαπασχολούμενους, ετεροαπασχολούμενους, πρωταθλητές στην Πείνα που θα ζήλευε ο εθισμένος στη στέρηση Κνουτ Χάμσουν. Γενιά ασκητών και προφητών, γενιά μαντισσών και μάγων… ο καθημερινός φασισμός υφέρπει… οι πυρές δεν έχουν ανάψει ακόμα. «Κάποτε καίγαν βιβλία, τώρα καίνε μυαλά» με τα ναρκωτικά και τη Χημεία των συντηρητικών ευρείας καταναλώσεως.

Ο Ποιητής Νεκτάριος Λαμπρόπουλος σε αυτό το ιδιοφυές γάργαρο ποιητικό φιλοσοφικό του δοκίμιο αφομοιώνει ενεργά Όργουελ και Κάφκα, παρατηρεί χωρίς να συνωμοσιολογεί, βλέπει χωρίς παρωπίδες κι εξάγει αληθοφανή συμπεράσματα που εύχομαι να μην πραγματωθούν ποτέ και να μην βγουν αληθινά.

Θαυμάστε ακόμα ένα κριτικό απόσπασμα της γραφής του:

…και με ρωτάω λοιπόν

τι διαφορά έχει μια χαζοταινία

από ένα άρλεκιν

όταν όσα διαβάζω

βλέπω και στην οθόνη;

Μα μου τα δίνει όλα έτοιμα

ο σκηνοθέτης ο καλός

που φρόντισε τα πάντα

που διάλεξε τα πρόσωπα

τα έντυσε

τους έδωσε φωνή

τους χρωμάτισε τα μάτια

τους έβαψε τα μαλλιά.

Δεν χρειάζεται

ούτε φαντασία

ούτε εμπειρίες

ούτε έμπνευση

για να πάρουν υπόσταση.

Γλιτώνω κι από τη βεβαιότητα

να χώσω στο σενάριο

την ολόδική μου μιζέρια

και το άγχος

και το τρέξιμο

και τη βαρεμάρα.

Ευλογημένος ο τόπος

που αναπνέει ο σκηνοθέτης.

Γιατί ν’ ανοίξεις το παράθυρο;

Τι να τα κάνεις τα αστέρια;

Τι να τα κάνεις τα φεγγάρια;

Ποιο κρασί μπορεί να σου φέρει

ομορφότερη και πιο τεμπέλα λήθη;

Αναζητείστε αυτό το βιβλίο. Είναι οι «κλασικοί» του μέλλοντος ετούτοι οι ελάχιστοι νεαροί ποιητές που δεν περιαυτολογούν και δεν ναρκισσεύονται, αλλά βυθίζουν στυγνά το νυστέρι τους στον κοινωνικό ιστό για να πατάξουν τη διαφθορά και να καυτηριάσουν τη σαπίλα της καθημερινής μας αδρανείας που απέχει δυστυχώς από κάθε φιλοσοφική απραξία.