«Ας κυλά η ζωή, ας γυρίζει η γη, ας είμαστε για μια φορά ευτυχισμένοι»                          

Ζουζέπ Πλα

ή

Ο μόνος χρόνος που έχουμε είναι αυτός που φεύγει

Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Το 1965 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Το 1966 πρωτοεμφανίστηκε στο περιοδικό Εποχές του Άγγελου Τερζάκη με το διήγημα «Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο». Ακολούθησαν δημοσιεύσεις πεζών και ποιημάτων σε περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις. Το 1972 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο δραπέτης στο δέντρο». Από τότε μέχρι σήμερα έχει εκδώσει άλλα δεκαέξι βιβλία, τα περισσότερα μυθιστορήματα. Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ξένες γλώσσες. Επίσης έχει ασχοληθεί και η ίδια με μεταφράσεις βιβλίων, κυρίως κοινωνικοπολιτικών. Το 2001 τιμήθηκε με το βραβείο Ιπεκτσί για το μυθιστόρημά της «Σαν το μετάξι» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996).

“Lingerie Tania”: έβλεπε τη φίρμα η Τάνια και καμάρωνε για τον εαυτό της. Πόσα κατάφερε και πόσα η ζωή από μόνη της τής έδωσε. Είχε αυτό το χάρισμα της αισθητικής, ήξερε να ράβει και να σχεδιάζει. Όλα τα άλλα ήρθαν από μόνα τους. Δουλειά, επιμονή, εξέλιξη και χρόνος. Εδραιώθηκε στην ελληνική αγορά και όχι μόνο. Παρ’ όλο που ποτέ δεν ήταν μόνη –ήταν όμορφη, δυναμική, γοητευτική, οικονομικά ανεξάρτητη– δεν κατάφερε ποτέ κάποιος να μείνει για πάντα μαζί της. Κάτι έλειπε, κάτι που ερχόταν και έβγαινε στη επιφάνεια μόλις το πάθος υποχωρούσε. Ένα εσωτερικό έλλειμμα που επηρέαζε τη διάρκεια κάθε σχέσης της. Δεν υπήρχε κανένα συναισθηματικό υπόβαθρο, γι’ αυτό της ήταν εύκολο και να τους αντικαθιστά. Κάτι σαν να μην μπορούσε να περάσει μέσα στην ψυχή της. Μήπως αυτό που έλειπε ήταν η αγάπη; Δεν ήξερε να αγαπάει; Ναι, αυτό ήταν! Της το είχαν χρεώσει κατά καιρούς οι σύντροφοί της. Της το ʼλεγε και η Κατίνα που ζούσε μαζί της και τη φρόντιζε. Και τότε γυρνούσε πίσω στα παιδικά της χρόνια και θυμόταν τη μάνα της. Δεν την αγάπησε ποτέ. Αλλά και o κόσμος γύρω της ήταν εχθρικός. Όλοι μια κάποια στιγμή την έδιωχναν ή έφευγαν. Ωστόσο η ζωή συνεχιζόταν φέρνοντας και παίρνοντας αγαθά και ανθρώπους, σαν η ίδια η ζωή να ήθελε να είναι έστω για λίγο ευτυχισμένη. Όμως η ίδια δεν ήταν. Μέχρι που…

Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη στο βιβλίο της αυτό με τον τίτλο «Ας είμαστε για μια φορά ευτυχισμένοι» με άξονες τη ζωή πέντε γυναικών, της Τάνιας –παλαιότερα την έλεγαν Σουλτάνα–, της Έλενας, της Αίθρας, της Φανής και της Κατίνας, γοητεύει τον αναγνώστη με τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνει την πληθώρα των γεγονότων και ανατροπών της καθημερινότητάς τους. Διαφορετικές ηλικίες και προσωπικότητες και αν και ο εμφύλιος που τότε ήταν γύρω τους τελείωσε, κάποιες τον διατήρησαν μέσα τους, με μόνο εχθρό τον εαυτό τους. Όμως, αν και ασύνδετες μεταξύ τους, η ζωή απρόσμενα και βίαια τις ένωνε. Ένα αόρατο χέρι τις ωθούσε να διαγράφουν ομόκεντρους κύκλους, δίνοντάς τους παράλληλα και την ευκαιρία να κάνουν την υπέρβαση της αγάπης για να κερδίσουν εκ των υστέρων τα πάντα.

Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη με γραφή μεστή και πλήρη συναισθημάτων αφηγείται τη ζωή που τόσο γλυκά δίνει αλλά και το ίδιο σκληρά, υπόγεια και ύπουλα τα παίρνει όλα πίσω, με την πρόκληση της αγάπης να αιωρείται σε κάθε στιγμή. Η αγάπη προβάλλει σαν το απόλυτο στοιχείο που δίνει νόημα στη ζωή, με αποτέλεσμα  μαζί της η φτώχεια να μοιάζει πλούτος, ενώ η έλλειψή της δείχνει τον πλούτο, φτώχεια. Και το τεκμηριώνει αυτό με τις βασικές ηρωίδες της που επιλέγει να αποτυπώσουν τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες πραγματικότητες: την Κατίνα που είχε μόνο αγάπη και την Τάνια που είχε όλα τα υλικά αγαθά εκτός από την αγάπη. Η συγγραφέας σκηνοθετεί  την πλοκή πάνω στα ίχνη της ζωής τους, με τα οποία  ένα αόρατο νήμα τις κρατά δεμένες συνεχώς. Και το αξίωμα «ένας άνθρωπος που δεν έχει μάθει να αγαπά, δεν θα αγαπήσει ποτέ» το ανατρέπει από τις αντιδράσεις και τις προκλήσεις τους. Ταυτόχρονα η συγγραφέας θέτει ένα σύγχρονο αστικό πρόβλημα, το επάγγελμα, που σαν φυλακή εγκλωβίζει το συναίσθημα χωρίς να δίνει την ανάσα και την καθαρότητα στο μυαλό και στην ψυχή να νοιώσει, να αγαπήσει να ερωτευθεί.

Με ανθρωπιά στη γραφή κερδίζει τον αναγνώστη, αποτυπώνοντας ανθρώπους και θηρία να αλλάζουν όψη μόλις τα αγγίξει η αγάπη. Επίσης σημαντικό στοιχείο της γραφής της είναι και η ροή της αφήγησης που με απλότητα αναδεικνύει την ομορφιά που έχει η ζωή, η οποία όμως γρήγορα κυλά και χάνεται χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ένα βιβλίο αισιόδοξο και επίκαιρο που έρχεται να  υπενθυμίσει τις αληθινές αξίες της ζωής σε μια εποχή που η ουσία των ανθρώπινων σχέσεων έχει χαθεί, σκεπασμένη από το λαμπερό περιτύλιγμα του lifestyle και των προσωπικών συμφερόντων.