«Πόσοι θάνατοι ακόμη

Για να συνεχίσω μια ζωή;»

Το motto δίνει τον τόνο και τη θεματική αυτής της ποιητικής συλλογής. Ο τίτλος, απογειωτικός αναγκαστικά. Η αποπνευμάτωση της Ύλης είναι το ζητούμενο εδώ κι η ποιήτρια σεμνά και ταπεινά κραυγάζει το υπαρξιακό ερώτημα όλης της οικουμένης: «γιατί πρέπει να περνάμε από τον θάνατο καθημερινώς;» και «τι αξία έχει η ζωή η βατεμένη από το αναπόφευκτο πέρας;». Κι είναι το πέρας ταυτόσημο με το τέλος; Ή είναι απλώς μία άλλη αρχή; Ξαναπαίρνουμε τον κύκλο από την αρχή και καταφάσκουμε διαρκώς στην ίδια πατρογονική απελπισία.

ΚΙΤΡΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ

Kίτρινα  παπούτσια στο ρυθμό

του θανά[1] Του

μελαγχολικά περπατούν

αναλλοίωτες σκέψεις υπερβαίνουν

ποτάμι  κι  ουρανό.

 

Κορμιά νεκρά, αφυδατωμένα

στεγνά από μνήμες, στερεμένα από αγάπη

ανεξάντλητες ήττες, χαιρεκακία

σε  παρακμάζουσα εποχή.

 

Όνειρα τσαλακωμένα, έμφυτες αγρύπνιες

μοναχικών αγίων και προφητών

προαναγγέλλουν

την αφύπνιση του αειθαλούς  ελαιώνα.

Στο λιόχαρο μονοπάτι της λευτεριάς

οι λέξεις ξαλμύρισαν

οι  ελπίδες αποφυλακίστηκαν.

 

Σε νυσταγμένους δρόμους υπνοβατούσα

όταν ξεδίπλωνα τα όνειρά  σου

τακτοποιούσα τις θαλασσί σου σκέψεις.

Στον κήπο με τις ματωμένες μουριές

σε είδα να ξεπροβάλλεις

να μου γνέφεις να’ρθω κοντά σου.

 

Στην ηχηρή σιωπή «έλα», ψέλλισα

κι  έμεινα εκεί να καρτερώ

ώσπου η παρδαλή, μεσήλιξ κουκουβάγια

σε ύπνο παραδόθηκε

μα εσύ, δεν έφτασες ποτέ.

                                                 Βόρνεο 2013

Σε αυτό το ποίημα εκτός από τη θεματική αλληλουχία και συνυφασμένη κρουστότητα φαίνεται κι η απολύτως προσωπική ιδιόλεκτος που επεξεργάζεται συν τω χρόνω και ποίημα το ποίημα η Νίνα Αλέξη. Στοιχεία της δημοτικής, «μαλλιαρής» ενίοτε, συμφύρονται με λόγια ή ακόμα και διανοουμενίστικα στοιχεία με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αμαλγάματος απολύτως ιδιωτικού κι αναγνωρίσιμου.

Λειτουργικές, αλλόκοτες, ανεξίτηλες λέξεις όπως: αρπίζαν, αείχρονες, ξαλμύρισαν, λογιέμαι, Πεισινόη, Αγλαόπη, Θελξιέπεια. Βιώ, μεγαλορρημονών, σφαλεί, προσμετράται, βιοτής, θεοπτική, υπέρχρονη, Αναιτιότητα, εγεύτης, δακρυβρυσοπόταμος, αρουλίζουν, φλεαχτούριζαν, κλαγγάζουν, τετρακέρατα, πολυβοή, κερασοκόκκινα, λευκοπουδραρισμένο, αγεροθαλασσόφερτες, Αφρολουσία, θεοπτικού, ψαλμωδίζει, ακιότευτη, ευφημισμένων, άγναφα, δασερά/δασερές, γλυκοθύμητη, μυριοχαρακωμένο, έρπονταν, ορθόπλαγους, κατέρυθρες, αγριόκανθα, ανεμολούλουδο, ανεχέγγυων, πισωμαχαιρώματα, δακρυπότιστους…

Γλωσσικός πλούτος αλλά κι αξιοθαύμαστη δημιουργική ελευθερία στη χρήση του κώδικα προκειμένου να ειπωθούν τα πράγματα με ανοίκειο, μη τετριμμένο τρόπο. Στην άκρη του δρόμου, μέσα σε σκόνη, αποτσίγαρα και ξεραμένα λουλούδια η ποιήτρια αναπολεί μιαν άλλην εποχή και νοσταλγεί τον Παράδεισο κοιτώντας διαρκώς προς τα πάνω, τα φευγαλέα σύννεφα, τα αποδημητικά πτηνά, τα τόσο ρωμαλέα, που θα διατρέξουν όμως υδάτινες ερημιές πριν προσγειωθούν πάλι κάπου, με τη λάσπη να ξαναφτιάξουν τις φωλιές τους. Είναι όμως τόσο δυνατό το ένστικτο της αποδημίας που προτιμούν να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα παρά να μην φτάσουν στη Γη της Επαγγελίας.

«Πόσα καλοκαίρια ακόμη

 θάνατο θα μυρίζουν

Αυτή η αναπότρεπτη οιμωγή του προδιαγεγραμμένου και προαναγγελθέντος τέλους που εκτιμάται με ακρίβεια μηνών είναι κι η κατευθυντήρια γραμμή, ο άξονας και το leitmotiv αυτής της ά-φθονης ποιητικής συλλογής που κρατάει με λατρεία, ως εφτασφράγιστο μυστικό, τον αποθυμημένο έρωτα, τον μηδέποτε χορτασμένο…

Το ερώτημα παραμένει ξεκρέμαστο, αναπάντητο και για τούτο τραγικό. Αποκτάει ένα άλλο βάθος η απελπισία όταν εκφράζεται έτσι:

«Άραγε

άξιζε τόσες θυσίες;

Ήταν  βιωτή;»

Όμως το τέλος είναι αισιόδοξο, σχεδόν μεταφυσικό. Μια ακτίνα σωτηρίας διαπερνά τα σκότη και το ρήγμα παραμένει ανοικτό. Προμηνύοντας μιαν άλλην άνοιξη. Καλύτερη ίσως. Πιο ζησμένη. Βιωμένη. Ανθηρή. Κι όχι απατηλή σαν την άλλη που πέρασε με τον αγέρα να τινάξει τα άνθη της βαρυφορτωμένης νυφούλας αμυγδαλιάς.

Ποιητική συλλογή από τις λίγες για τον ρομαντισμό και την ανάγλυφη εικονοπλασία της. Αφηγηματικός ειρμός, δομημένος λόγος, κρυστάλλινη έκφραση, ξεκάθαρη διατύπωση. Τι άλλο να ποθήσει κανείς στα χρόνια της άνυδρης, ασυναίσθητης πολυλογίας; Η νεοπλασία της μεταμοντέρνας αυθαιρεσίας έχει καταστεί πλέον μη ιάσιμη. Μόνη μας παρηγόρια: πως κι αυτήν ο Χρόνος θα ανακυκλώσει.

Η Νίνα Αλέξη είναι μια σημαντική ποιήτρια του καιρού μας. Έντονο το δραματικό στοιχείο. Αφηγητής που απευθύνεται, αναπολεί, καταφάσκει, αρνείται, αλλά δεν οπισθοχωρεί, δεν παλινωδεί, δεν εξάπτει τη φαντασία μας με φρούδες ελπίδες, δεν πυροδοτεί τα κατώτερα ένστικτά μας. Απλώς αγγέλλει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης, με τις αναπόφευκτες ανατροπές της.

[1] Η λέξη θανάτου χωρισμένη σε δύο μέρη: θανά Του