Ένα ιδιότυπο βιβλίο, τίμιο και ειλικρινές στις προθέσεις του όπως εκδηλώνονται ρητά και καθαρά ήδη από την αφιέρωση: «Με ευγνωμοσύνη για όσους μ’ έσυραν ξανά και ξανά ενώπιον του άλλου Εγώ μου στον ραγισμένο ψυχοκαθρέφτη της πορείας». Δεν πρόκειται όμως για μια απλή, συνήθη στις μετανεωτερικές μέρες μας έντυπη πορεία αυτογνωσίας μέχρι την τελική σοφία της σιγής. Όχι. Στο κείμενο που συνοδεύει τον τίτλο του βιβλίου στην ηλεκτρονική βάση της biblionet διαβάζουμε έκπληκτοι το πιο πλήρες και συνεκτικό ποιητικό μανιφέστο των ταραγμένων, μεταβατικών και κρίσιμων καιρών μας:

«Πεζός τροχασμός

Φτάνει κάποια εποχή που μοιάζει όλα τα ονόματα να τα έχεις ακούσει ή κάπου συναντήσει ξανά.

Καμμία έκπληξη, τίποτε καινοφανές· μνημονικές αναταράξεις μόνο.

Κίνδυνος συνωνυμίας με την Παρακμή.

Διασταυρώθηκα με τόσο πολλούς ανθρώπους στις κρίσιμες στιγμές τους και λέω έτσι να συνεχίσω για καιρό – όσο επιτάξει ο βιολογικός χρόνος μου. Τόσους που δε θυμάμαι πια παρά ελάχιστα ονόματα και στιγμιότυπα. Όλα ένας χυλός.

Κράτησα όμως και κρατώ σημειώσεις.

Σημειώσεις σκόρπιες. Πρόχειρη ή τυχαία συγκόλληση ετεροκλήτων συμβάντων και ιδεών που συγκλίνουν στο άρρητο, το επιβαλλόμενο για όλους τελικό σιωπητήριο, μετά τη δράση κυμαινόμενης έντασης που συμβατικά ονομάζεται Βίος· ο εσωτερικός και ο Κοινός.

Σκόρπια θραύσματα αφηγήσεων από κραδασμούς που προκαλεί η πραγματική ζωή. Μαζεμένα και φυλαγμένα σε κάποιο αρχείο, ένα μόλις βήμα πριν πεταχτούν στον γιγαντιαίο κάδο ανακύκλωσης λόγων και ιδεών· τη χωματερή της συλλογικής συνείδησης, όπου ίσως θα είχαν κάποιον σημαντικότερο ρόλο.

Καθημερινές κουβέντες με όλο το συγκινησιακό φορτίο της στιγμής.
Με την υστερόβουλη πρόθεση να ειπωθούν έμμετρα, μήπως και περάσουν σε βαθύτερες στιβάδες της νόησης· τρυπώνοντας στο Ασυνείδητο από τα μονοπάτια της Μουσικής, αυτής της μόνης γλώσσας που του μιλά αμεσολάβητα.

Επειδή, παρακάμπτοντας το Συνειδητό φτάνεις στον πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής.

Έμμετρη αφήγηση: μια αυτάρεσκη φιλοδοξία που ίσως δεν εκπληρώνεται.

Η Ποίηση παραμένει προνομιακό εργαλείο στις εγκεφαλικές παλάμες και τα δάχτυλα ελαχίστων και μάλλον δεν είμαι ανάμεσά τους.

Τι λοιπόν;

Νομίζω πεζός τροχασμός με έμμετρη ματαιοδοξία.

Αυτό.»

Πέρα από την καινοφανή ειλικρίνεια που πρέπει να επισημάνω, το σύντομο αυτό τέχνημα θέτει θέματα μουσικότητας, α-ρυθμολογίας του σύγχρονου μεταμοντέρνου ελεύθερου κι απελευθερωμένου από κάθε μορφική γεωμετρικότητα στίχου, θέτει θέματα διαπιδύσεως της αυτοψυχαναλυτικής αφήγησης στην ποιητική πρόζα που αντικατέστησε την παλαιά «λαϊκή» ή λόγια ποίηση που έφτανε όμως στο κοινό της χάρη στο παραδοσιακό υπόστρωμα που την έτρεφε και την οδηγούσε σε ηχητικά μονοπάτια και χορευτικούς δρόμους οικείους και προσφιλείς. Τώρα γίναμε πιο ξένοι κι από τους ξένους μέσα στην ίδια μας τη γλώσσα, διαβάζουμε διαγώνια για να προλάβουμε το «διά ταύτα» αδιαφορώντας και για το μέσο και για το μήνυμα και για το στοίχημα και για το διακύβευμα κινδυνεύοντας να καταντήσουμε νευρωτικά υπερ-καταναλωτικά όντα, ακόμα και στις τυπωμένες αποτυπώσεις των ιδεών ή των εμπειριών μας. Γι’ αυτό εξαίρω αυτή την προγραμματική δήλωση που θέτει τα όρια της σύμβασης κι αποφεύγει τη ματαιοδοξία της περιαυτολογίας. Ο καλός ογκολόγος και ιατρός σωμάτων τε ψυχών Αλέξανδρος Σ. Αρδαβάνης που οι ασθενείς πίνουν νερό στο όνομά του για την ευσπλαχνία, τη γενναιότητα, την ανιδιοτέλεια, την ανωτερότητα, τη σεμνότητα με την οποία υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο και ιδιαίτερα τους μη προνομιούχους, στην «καλή μεριά», όπως λέει στο «αυτί» του βιβλίου του και στο ταπεινό βιογραφικό του όπου επισημαίνει ότι: «Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956, οιονεί τόπος καταγωγής η Κεφαλονιά. Ασκεί την Ογκολογία στην Αθήνα. Γιατρός σε Δημόσιο Νοσοκομείο, σε μια εποχή καθολικής επικράτησης της Κοινωνίας της Αγοράς. Με Υπαρξιακή Αγωνία άφθονη, ίσως γιατί βρέθηκε στην “καλή μεριά”, χωρίς την ασφυκτική πίεση του βιοπορισμού». Προσέξτε το αυτό: ομολογεί ότι αν «έπασχε» από ασφυκτική πίεση του βιοπορισμού δεν θα τον διακατείχε «Υπαρξιακή Αγωνία άφθονη». Ακόμα κι αν αυτό δεν αληθεύει, μετράει η δεδηλωμένη πρόθεσις του ποιητή να σταθεί με ευθύτητα, τιμιότητα και ανοικτή καρδιά απέναντι στον εαυτό, στο έργο και στην κρίσιμη μεταβατική εποχή του.

 Ας περάσουμε τώρα σε αυτήν καθεαυτήν την ποιητική συλλογή που είναι δομημένη με χειρουργικό τρόπο σε έξι μέρη: α. Πεισματωμένη Εφηβεία. Μια αργόσυρτη Παραίσθηση όλος ο Δρόμος…(σύντομο – κυριολεκτικό – εναρκτήριο λάκτισμα – αφετηρία και εισαγωγή σε μια μυθιστορηματικού τύπου αφήγηση), β. Απώλειες εντός και πέριξ – Ιπποκράτης τύραννος, γ. Απώλειες εντός και πέριξ – η καμπή (συντομότατη ενότητα σε σχέση με τις άλλες), δ. Απώλειες εντός και πέριξ – ο Διονύσης μου (κι αυτή λακωνική, σαν να μην έχει γιάνει ακόμα η πληγή), ε. Απώλειες εντός και πέριξ – Πεισματικά μεσάνυχτα, στ. Υπερώριμη ανασυνειδησία – Από τις ψευδαισθήσεις στις οδυνηρές παραδοχές. Η Πόλις θα σε ακολουθεί…

Κι αν επέμενα σε αυτή την εξαντλητική καταγραφή των επί μέρους ενοτήτων είναι γιατί ακούγονται σαν κεφάλαια με υποκεφάλαια τα επιμέρους ποιήματα που συναπαρτίζουν μια ενότητα απολύτως συνεκτική και δομημένη.

Πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, μια ποιητική αφήγηση ενδοσκόπησης και φιλοσοφικού στοχασμού για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Δεν έχει όμως ναρκισσιστικά στοιχεία από κάποιο (έστω και αδιόρατο) «δράμα του εγώ» (“ich-drama”) αφού για το εμείς πασχίζει και πάσχει η ομιλούσα ποιητική φωνή. Πίσω από το προσωπείο δεν είναι ένα άτομο, κάποια εξατομικευμένη μονάδα, δεν λειτουργεί καν το συνεκδοχικό άλλοθι «το μέρος αντί του όλου». Όχι, αντιθέτως το «όλον» εκφράζεται αποσπασματικώς κι εξ ορισμού ελλειπτικώς διά του μέρους. Αυτό θα ήθελα να το προσέξετε γιατί είναι στον αντίποδα της σύγχρονης νεοελληνικής ποιητικο-πεζογραφικής παραγωγής όπου το εγκλωβισμένο εγώ εκρήγνυται παντοίοις τρόποις. Εδώ δεν εκρήγνυται, δεν βγαίνει από τα ρούχα του κανείς προβοκάτορας, υπάρχει όμως μια χαμηλόφωνη, σχεδόν σιωπηλή διαμαρτυρία γι’ αυτά που θα έπρεπε να έχουν οι απλοί και καθημερινοί άνθρωποι του καιρού μας. Αυτή η ποιητική στάση ζωής νομίζω ότι παραπέμπει στην άποψη του Ελύτη ότι «η ευτυχία δεν είναι απαίτηση κάθε ανθρώπου αλλά απαράγραπτο δικαίωμά του».

Αναζητώντας αυτή την παραδείσια κατάσταση προκατακλυσμιαίας ευτυχίας ο ιατρός φιλοσοφεί και θεραπεύει, φιλοδοξεί να μη χρειάζεται κάποια μέρα καμία από τις υπηρεσίες του, το προτιμά αυτό από το να «είναι πρώτος στην Κόλαση». Το λεγόμενο «ωκεάνιο συναίσθημα» απουσιάζει από αυτά τα φιλοσοφικά υπαρξιακά ποιήματα. Καμία παυσίλυπος και παυσίπονος στιχουργική ταχυδακτυλουργία. Καμία ευκολία δεν επιτρέπει ο πανάξιος λογοτέχνης μήτε στον εαυτό του μήτε στον αναγνώστη. Δεν είναι ευδιάθετα τα κείμενά του, δεν χαϊδεύουν τα αυτιά, δεν καλλιεργούν τις ψευδαισθήσεις κανενός. Είναι ευπροσήγορος ο ίδιος, ταπεινός και σεμνός, σκυφτός και χθαμαλός, υπερίπταται όμως σε ύψη που πολλοί σύγχρονοί του ποιητές αδυνατούν να φτάσουν, αφού δεν έχουν πετάξει το έρμα από το αερόστατο της βαρυφορτωμένης προσωπικότητάς τους.

Δεν θα παραθέσω κάποιο απόσπασμα για να μην αδικήσω το σύνολο και τον ρυθμό αυτής της ασθματικής αφήγησης. Το μόνο που λέω εδώ ως ειδικός είναι πως μακάρι να γράφονται κι άλλα τόσο τίμια και τόσο τεχνουργημένα λεξουργήματα προκειμένου να έχουμε κι εμείς οι ταλαίπωροι επαρκείς αναγνώστες κάτι να διαβάζουμε χωρίς να πνιγόμαστε κάτω από το βάρος ανομιών άλλων, αλλότριων, ξένων (ακόμα και από τον ίδιον τον εαυτόν τους).