Οι δυο κλασικές πια συγγραφείς της ελληνικής νεανικής λογοτεχνίας αφηγούνται ιστορίες από την παιδική τους ηλικία. «Κι αν τώρα γράφουμε αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια, είναι γιατί κάποια συναισθήματα είναι κοινά σε όλα τα παιδιά όλων των εποχών.» Κάτι που επιβεβαιώνεται απόλυτα στις εφτά ιστορίες από τη ζωή των κοριτσιών που ήταν τότε οι συγγραφείς. Στις χαρές και τους καημούς τους αναγνωρίζουμε τις κοινές ανησυχίες όλων των παιδιών. Η λαχτάρα για ένα ζευγάρι πατίνια, τάχα, απέχει πολύ από τη λαχτάρα για ένα Playstation; Τότε ζήλευες τον φίλο που μπορούσε να πάει σινεμά στο Τιτάνια και να πληρώσει εισιτήριο για την πλατεία. Τώρα είναι το σινιέ ρούχο, η πισίνα, το κότερο, το ακριβό παιχνίδι. Φυσικά υπάρχει μια ποσοτική διαφορά που γίνεται ποιοτική. Η κοινωνία της αφθονίας και της κατανάλωσης διαμορφώνει άλλο χαρακτήρα. Το παιχνίδι, το ρούχο, το φαγητό, η διασκέδαση, ήθελε κόπο για να τα αποκτήσεις. Η πληροφορία ήταν σπάνια και πολύτιμη. Πολλά σπίτια δεν είχαν ούτε ραδιόφωνο. Η ελευθερία για τα παιδιά ανήκουστη. «Τότε τα παιδιά τα θεωρούσαν σαν εξάρτημα των μεγάλων κι όχι σαν αυτόνομα όντα. Οι μεγάλοι μας έλεγαν τι θα φορέσουμε, τι θα φάμε, τι θα διαβάσουμε», γράφει η Άλκη Ζέη. Κι όμως, παρά τις δύσκολες αυτές συνθήκες (ή μήπως χάρη σε αυτές;), υπήρχε χαρά, όνειρα να κατακτηθούν, ζωές που έπρεπε να βιωθούν πλέρια, να μοιάζουνε με τα μυθιστορήματα που καταβρόχθιζαν τα παιδιά από βιβλία δανεικά ή από δεύτερο και τρίτο χέρι. Δεν εξιδανικεύεται το παρελθόν. Οι δυσκολίες και οι στενοί ορίζοντες του παλιού κόσμου αναδύονται ανάγλυφα. Δεν μπορεί όμως και να μην αναρωτηθεί ο αναγνώστης για τη σχέση της σύγχρονης υπερ-κατανάλωσης με τον κορεσμό και την αδιαφορία.

Άλλο νήμα που ενώνει τις ιστορίες είναι ο αμείλικτος κόσμος διακρίσεων που εξυφαίνουν τα παιδιά ανάλογα με τα υλικά αγαθά και την εξωτερική εμφάνισή τους. Πολύ χαρακτηριστικά, στο «Βελούδινο φόρεμα» η νεαρή Ζωρζ φτάνει να στερεί στον εαυτό της τη μεγάλη χαρά να πάει στο πάρτι της φίλης της επειδή δεν έχει ολοκαίνουργιο φόρεμα να φορέσει. Τελικά όλοι, μικροί και μεγάλοι, χρειάζονται μια σκούπα που θα τους σκουπίζει τη σκόνη των προκαταλήψεων από το μυαλό. Αυτό λέει η «Σκούπα» της Ζωρζ Σαρή που πολύ όμορφα κλείνει το βιβλίο.

Ατμοσφαιρικές οι ζωγραφιές, απολαυστικές οι αφηγήσεις του CD με τις ζεστές φωνές των συγγραφέων και των γνωστών ηθοποιών, σκληρό εξώφυλλο «καπιτονέ», παχύ φύλλο και πλαγιαστή γραμματοσειρά, όλα συνθέτουν μια προσεγμένη έκδοση που τη χαίρεσαι με όλες τις αισθήσεις.

Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Από τα μαθητικά της χρόνια έγραφε για το κουκλοθέατρο. Ο Κλούβιος και ο Μπάρμπα Μυτούσης είναι δικά της δημιουργήματα. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το καπλάνι της βιτρίνας» (1963), υπήρξε σταθμός στην παιδική μας λογοτεχνία γιατί μυεί για πρώτη φορά τον ανήλικο αναγνώστη στον πολιτικό προβληματισμό. Το 1971 γράφει τον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου», με θέμα την Κατοχή και την Απελευθέρωση. Μαζί με τη Ζωρζ Σαρή καθιέρωσαν ένα νέο στυλ στο νεανικό μυθιστόρημα, τόσο από την άποψη του ζωντανού, αυτοβιογραφικού ύφους όσο και της εισαγωγής του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος.

Η Ζωρζ Σαρή γεννήθηκε το 1925 στη Αθήνα. Σπούδασε υποκριτική στην Ελλάδα και το Παρίσι. Από το 1962 ως το 1967 εμφανιζόταν στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Το πρώτο της μυθιστόρημα, ο «Θησαυρός της Βαγίας» (1969), γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Συνέχισε γράφοντας πολλά βιβλία, κυρίως για παιδιά και νέους, όπως επίσης και θεατρικά έργα. Το 1994 βραβεύτηκε με το Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου για το μυθιστόρημα «Νινέτ». Το 1995 και το 1999 βραβεύτηκε από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, ενώ το 1998 προτάθηκε για το βραβείο Άντερσεν.