Η ζωή φεύγει από τη ζωή

 Πέραν της πολεμικής που σήκωσε η απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας να της απονείμει το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2013 και της… ελληνικότατης μάχης για το πώς προφέρεται τελικά το όνομά της (Μονρό ή Μάνρο;), η 81χρονη Καναδή έχει στην κατοχή της ένα λεπτοδουλεμένο έργο που σμιλεύει τη μικρή φόρμα με μεγάλες ανάσες.

Η Μάνρο γράφει (σωστότερα: έγραφε, καθώς αποφάσισε να εγκαταλείψει το «άθλημα») και μάλιστα γράφει πολύ καλά. Είναι από τις περιπτώσεις των συγγραφέων που τάχθηκαν εξαρχής υπέρ εκείνης της μορφής που οι εκδότες φοβούνται και οι αναγνώστες προσεγγίζουν με σκεπτικισμό. Αγάπησε τα διηγήματα. Η μικρή φόρμα, που στις περισσότερες συλλογές της λειτουργεί ως μυθιστόρημα σε σμίκρυνση, στην «Ακριβή μου ζωή» έχει τη υφή μικρών αιχμών, τσεχοφικής τεχνικής.

Η Μάνρο γράφει για μια χώρα που είναι δεμένη με τη σιωπή και την ερήμωση. Ο δικός της Καναδάς είναι μια αχανής έκταση σαν άδεια καρδιά. Το απροσπέλαστο, αχανές τοπίο καταπίνει τα όνειρα των ανθρώπων, τις μικρές ώρες της ζωής τους, την ίδια τους την υπόσταση. Μα και αυτοί οι άνθρωποι της καθημερινής βιοπάλης, χαμένοι από χέρι, άλλο σκοπό δεν έχουν από το να ψάχνουν ένα πρόσκαιρο στέγαστρο για να κουρνιάσουν την ήττα τους.

Γυναίκες μεγάλης ηλικίας που χάνουν το τρένο της ζωής, ξαφνικές απώλειες και απρόσμενοι θάνατοι, ζευγάρια που ενώνονται και χωρίζουν όπως αργοσβήνει μια ανάσα στο στήθος. Τα διηγήματα της Μάνρο έχουν την ένταση μιας εσωτερικής κραυγής που ποτέ δεν προφέρεται. Οι εκρήξεις και οι εντάσεις έχουν την πληθωρικότητα της σιγής. Οτιδήποτε συμβαίνει είναι μια αναμενόμενη εκδοχή ενός πράγματος από νωρίς τελειωμένου. Οι αναδιφήσεις στο παρελθόν δεν είναι λυτρωτικές, αλλά έχουν την πίκρα ενός χυμού που πίνεις καθημερινά από συνήθεια. Σε αυτή τη συλλογή η Μάνρο επιλέγει να δουλέψει με μια δωρικότητα που συνταράσσει. Είναι ένας πνιγμένος θυμός, ένα μουγκαμένο χαμόγελο, μια αγκαλιά που δεν δόθηκε, μια απουσία που δεν έγινε ποτέ παρουσία, είναι τελικά τα μικρά, καθημερινά εγκλήματα που συμβαίνουν την ώρα που πίνεις τον καφέ σου, που περπατάς στο δρόμο ή που απλώς περνούν από μπροστά σου λίγο πριν από την κατάκλιση. Η Μάνρο προσεύχεται στον… Θεό Τσέχοφ και του προσφέρει πανέμορφα μαλάματα – τα διηγήματά της που πατούν στα χνάρια του Ρώσου με τρόπο ανεπιτήδευτο και ατόφιο.

Το αξιοσημείωτο στην παρούσα συλλογή είναι τα τέσσερα αυτοβιογραφικά κείμενα –αν και εξαρχής η Μάνρο αποδομεί την αυτοαναφορικότητά τους– που περισσότερο από διηγήματα, είναι αφηγήσεις από τη νεανική ζωή της. Με ειλικρίνεια που τσακίζει, η Μάνρο δεν διστάζει να μιλήσει ανοιχτά για το πάθος της μητέρας της για κοινωνική ανέλιξη, αλλά και για το πρόωρο χτύπημα που δέχθηκε όταν το Πάρκινσον της αφαίρεσε κάθε ικμάδα ζωής. Μιλάει για τις εκρήξεις θυμού του πατέρα της (ένας άντρας που στα χρόνια της Ύφεσης είδε τα επιχειρηματικά του σχέδια να γίνονται στάχτη), αλλά και για τις σχέσεις της με τα αδέρφια της. Πρωτίστως αναθυμάται τον εαυτό της με μια αποστασιοποίηση που δεν της λείπει το μετρημένο συναίσθημα.

Η ακροτελεύτια φράση της συλλογής επέχει τη θέση ενός μαχαιριού που φτιάχτηκε για να βρει, κάποια στιγμή, δέρμα και κόκαλο:   «Λέμε για κάποια πράγματα ότι δεν έχει συγχώρεση ή πως δεν θα συγχωρέσουμε ποτέ τον εαυτό μας. Το κάνουμε όμως – το κάνουμε διαρκώς».

Η έξοχη μετάφραση ανήκει στη Σοφία Σκουλικάρη.