Ήδη από την προμετωπίδα το «σκοτεινό» και ο αιθεροβάμων σουρεαλισμός, η υπέρβαση της καθημερινής δυστοπίας δίνουν το θεματολογικό στίγμα ενός αναγεννησιακού θεατρανθρώπου γράφοντος όπως σκηνοθετεί, όπως ερμηνεύει ρόλους ερεβώδεις που διερευνούν το ανθρώπινο κτήνος.

Ήθελε να χορέψει

Πάνω στις κορυφές των δέντρων

Του δάσους με τις λεύκες

Φόρεσε τα φτερά του κι ανέβηκε στις στέγες (σελ. 38)

Ποιητική της προσγειωμένης αποδοχής του ανέφικτου:

Ήθελε να φτιάξει

Μια στάμνα

Του έλειπε όμως ο πηλός

Τότε έγραψε ένα ποίημα (σελ. 21).

Συμβιβαστική παραδοχή των ορίων της Ύλης:

Ήθελε να κάνει έναν γύρο στον γαλαξία

Κάθισε κάτω από τον έναστρο θόλο

Έκλεισε τα μάτια

Και ταξίδεψε (σελ. 22).

Η συνεκδοχική διαχείριση της ανθρώπινης εμπειρίας του πεπερασμένου όντος που αντιμετωπίζει την προδιαγραμμένη αντίστροφη μέτρηση με την ποιητική υπέρβαση που και απελπισία προϋποθέτει:

Ήθελε να κάνει

Τον περίπλου της γης

Έφτιαξε μια σχεδία από όνειρα

Και γέμισε τις χούφτες του θάλασσα (σελ. 23).

Κι έτσι, με αυτό το απογοητευτικό «Ήθελε (να)….», κεντάει μια ολάκερη ελικοειδή αφήγηση παραλλαγών στο ίδιο θέμα της ματαίωσης.

Η πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα εισβάλλει ως διαχρονική επικαιρότητα στο matrix ενός συνειδητοποιημένου αστού, οριστικά αποκομμένου από τη Φύση, διαζευγμένου οριστικά από τον κατά Ρουσώ «φυσικό άνθρωπο»:

Ήθελε να γκρεμίσει τα σύνορα

Τον βρήκαν ματωμένο

Άπραγο και βουβό

Στα λασπωμένα χαρακώματα (σελ. 29).

Και το «θέατρο εν θεάτρω» βρίσκει τη θέση του σε ετούτη την αλλόκοτη θεματική τοπιογραφία:

Ήθελε να γίνει Βασιλιάς

Μία νύχτα υγρή και ψυχρή

Η καθαρίστρια του θεάτρου

Τον βρήκε στον θρόνο με κλειστή αυλαία. (σελ. 30).

Ο πάλαι ποτέ Βασιλιάς Ληρ πεθαίνει κι ανασταίνεται κάθε βράδυ με τα χειροκροτήματα του κοινού. Το συγκεκριμένο ποίημα όμως μοιάζει να ξεπήδησε από τον χιλιοπαιγμένον «Αμπιγιέρ».

Ήθελε να διασχίσει το πυκνό δάσος

Την ώρα της τρίμορφης Εκάτης

Σφάλισε ερμητικά τα παντζούρια

Κι έσβησε τα κεριά που τρεμόπαιζαν (σελ. 35)

Η μαγεία είναι κάτι που μας έχει λείψει και καταφεύγει στη δραματική γραφή. Η τρίμορφη Εκάτη δεν καραδοκεί πλέον στα τρίστρατα του Οιδίποδα και κανείς δεν αφήνει πρόσφορα για τους πεινασμένους ταξιδιώτες.

Το δάσος και τα στοιχεία της Φύσης, η Νύχτα και η πανταχού παρούσα Βαρύτητα, η κεντρομόλος Άνωσις του άνω θρώσκοντος Όντος, που δεν είναι –δυστυχώς– ακόμα «όντως Όν» μήτε θεός μήτε άγγελος. Για δαίμονες δεν ομιλούμε, γιατί από την Ορφική Νύκτα γεννιέται μόνον το Φως/Φάος (το φαΐ των λιμοκτονούντων για Αλήθεια, Αγάπη, Αρμονία)…

Κάτω, στο «υπο-κείμενο» της δραματικής προφορικότητας, σε γεωμετρικές μορφοποιήσεις κεραυνοειδών απολήξεων ανιχνεύεται η θυμωμένη κραυγή της παιδιάζουσας Ανθρωπότητας που διαμαρτύρεται για τη μεγάλη Εξορία από την παράδεισο μιας Εδέντιας μακρινής και κοντινής συνάμα…

Νοσταλγική συνομιλία με το απερίγραπτο, το εντυπωμένο στην κυτταρική μας μνήμη στοιχειοθετεί –κατά την ταπεινή μου γνώμη, πάντα– ετούτη η Ποιητική που μας εναποθέτει στα χέρια του/της Αγνώστου για να μας νανουρίσει στη γιγαντιαία παλάμη Του/Της.

Ενεός επαφίεμαι στον μουσικό ρυθμό της ανάσας μιας ερήμου που κολυμπάει στο αφυπνισμένο αλλοδιαστασιακόν ύδωρ της.

Συγκοινωνούντα δοχεία θέατρο, ποίηση, υπαρξιακή αγωνία που μας ωθεί να φιλοσοφήσουμε πραγματοποιώντας σουρεαλιστικές υπερβάσεις, πετώντας τα βαρίδια από το αερόστατο της κουρασμένης (πολιτιστικώς) ύπαρξής μας που υποκύπτει διαρκώς στη Βαρύτητα, στην ολοένα κι επιταχυνόμενη Εντροπία.

Κι εμείς, μεθυσμένοι, παρακολουθούμε τη διονυσιακή πυροβασία με απολλώνια βακχεία.

Νίκος Χατζηπαπάς: ένας εφιάλτης που εκχυλίζεται σε όνειρο ηδυεπές.

Τελικά, η αισθητική ηδονή μέσα από τη φωτοσύνθεσης κοινής χαρμολύπης και αθεράπευτης θλίψης για την ανθρώπινη κατάσταση…

Θα ήταν μετανεωτερικό, εάν δεν ήταν τόσο δομημένο, τόσο γεωμετρημένο το λογοτεχνικό αποτέλεσμα, απαύγασμα μιας τέχνης αδέσμευτης, μοναχικής και για τούτο γοητευτικής.

Τίποτα δεν θυμίζει η ποιητική της ξανακερδισμένης ήττας…