Έχουμε διαβάσει: 3.144 βιβλία

Συνέντευξη με τη Μαρίνα Παπαγεωργίου

Η Μαρίνα Παπαγεωργίου, με αφορμή το βιβλίο της «Πιες το τσάι σου, Σεμίραμις» (εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ), συνομιλεί με την Ελένη Κίτσου και το booktimes.gr.

Έπειτα από τέσσερα χρόνια, η Μαρίνα Παπαγεωργίου επανέρχεται στο προσκήνιο με ένα μυθιστόρημα, απευθυνόμενη, όπως λέει η ίδια, «στους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, δηλαδή σε όλους μας», επιθυμώντας να μας μεταδώσει, αντί κάποιου μηνύματος, «σκέψεις που ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες της πολυκατοικίας».

Ας την απολαύσουμε!

Ποια είναι η Μαρίνα Παπαγεωργίου, μετά τα δύο βιβλία που εξέδωσε;

Τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη κι ελπίζω λιγότερο συντηρητική, προσωπικά και συγγραφικά, από την εμφάνιση των διηγημάτων μου το 2018 ως την έκδοση του μυθιστορήματος «Πιες το τσάι σου, Σεμίραμις», φέτος. Το πρώτο μυθιστόρημά μου είναι μια ιστορία «όψιμης» ενηλικίωσης κι εγώ κάπως νιώθω πως περνώ από τη συγγραφική εφηβεία μου σε μια φάση πιο ώριμη, ελπίζοντας, ωστόσο, πως αυτό συμβαίνει χωρίς να χάνονται ή να διαφεύγουν τα «εφηβικά» συστατικά. Ίσως ένα πλεονέκτημα της όψιμης ενηλικίωσης είναι πως δεν μπορείς να απαλλαγείς από την εφηβεία σου.

Το πρώτο σου συγγραφικό εγχείρημα ήταν μία συλλογή διηγημάτων, η «Γλυκιά Πενικιλίνη». Και τώρα, επανέρχεσαι στο προσκήνιο με ένα μυθιστόρημα. Τι σε ώθησε προς αυτήν την αλλαγή; Ήταν δύσκολη η μετάβαση από τη μικρή φόρμα σε κάτι μεγαλύτερο, από το να διαχειρίζεσαι έναν μόνο ήρωα ανά διήγημα στο να έχεις να διαχειριστείς και να οργανώσεις περισσότερα πρόσωπα μέσα σε ένα και μόνο, κατά κάποιον τρόπο, κείμενο;

Η προσωπική τάση μου να μην διαχειρίζομαι ούτε στο διήγημα έναν μόνο ήρωα, αλλά ολόκληρο «θίασο», συγκέντρωσε στη «Γλυκιά Πενικιλίνη» μια συλλογή ιστοριών με πολλούς χαρακτήρες – κι ίσως αυτό ήταν το «κρυφό φλερτ» μου με το μυθιστόρημα. Η δυσκολία και η τέχνη στη σύνθεση του διηγήματος είναι ο γρήγορος κύκλος και η οικονομία που απαιτεί, ώστε να μην αποτυπώνουμε απλά «επεισόδια», αλλά ουσιαστικά διηγήματα. Η συγγραφική μετάβαση έγινε, ώστε να υπάρξει η ευρυχωρία του μυθιστορήματος, με περισσότερο φως σε πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές και, κυρίως, για να βρουν χώρο οι ιδέες, ο χρόνος και οι διαδρομές των ανθρώπων και των εξελικτικών μεταμορφώσεών τους. Το κείμενο απλώθηκε περισσότερο κι εγώ απόλαυσα την περιπέτειά μου με τα πρόσωπα, τους τόπους, τα έργα και τις ημέρες τους, ακόμη πιο πολύ. Να σας εξομολογηθώ πως δεν με έχει επισκεφθεί ποτέ ούτε ένα όνειρο όπου δεν υπάρχει πλήθος ανθρώπων γύρω μου, σαν μια χαρούμενη ή μια εφιαλτική φάρσα.

Και μια και μιλάμε για ήρωες και χαρακτήρες, οι δικοί σου με τι τρόπο δημιουργούνται και, αφού γεννηθούν και λάβουν αυτοτελή υπόσταση, αυτοί είναι που σε καθοδηγούν ή εξακολουθείς να ορίζεις εσύ τη μοίρα και την πορεία τους;

Ξεκινώντας να σκαλίζεις τις φιγούρες ή να επιμελείσαι τις μαριονέτες σου, έχεις την ψευδαίσθηση πως κινείς τα νήματα, πως είσαι ο τεχνίτης της φιγούρας, ο μαριονετίστας, ο μαστρο-Τζεπέτο. Οι φιγούρες από χαρτί ή οι κούκλες από ξύλο ζωντανεύουν όμως στα χέρια σου και, προοδευτικά, παίρνουν τα ηνία και καθοδηγούν κι εσένα και την ιστορία τους. Τα πρόσωπα δεν θα σου επιτρέψουν να τα αφήσεις «στην ίδια τάξη», προχωρούν μπροστά, στην ανατροπή, στην εξέλιξη ή στην καταστροφή. Ζεις μαζί τους για πολύ καιρό, είναι αυτό που λέμε «έχουμε σοβαρό δεσμό». Και «μοιραίο».

Πιες το τσάι σου, Σεμίραμις, ο τίτλος του μυθιστορήματός σου. Γιατί και πώς;

Όσο «παράλογο» κι αν ακούγεται αυτό, νονός είναι ο Ευγένιος Ιονέσκο. Κι όσο αντιφατική κι αν φαίνεται η ερμηνεία, για μένα ο τίτλος «παντρεύει» την ακατάπαυστη ενέργεια με την ηρεμία ή τη στασιμότητα μιας λίμνης. Να πω επίσης «ιονεσκικά» πως η πρώτη λέξη του τίτλου του πρώτου κεφαλαίου είναι «Καρέκλες …». Τα υπόλοιπα θα τα βρει ο αναγνώστης!

Οι βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος είναι μια πολυμελής οικογένεια, όπως και η κοπέλα, η «μούσα» Θάλεια, του διπλανού διαμερίσματος, που είναι και η αφηγήτρια της ιστορίας. Θέλεις να μας μιλήσεις γι’ αυτούς;

Οι βασικοί χαρακτήρες βγαίνουν στη σκηνή από την «πρώτη πράξη», τη στιγμή της προσσελήνωσης. Είναι όλοι «γείτονες της διπλανής πόρτας» και σμίγουν στο σαλόνι της οδού Μ., τη στιγμή της Σελήνης. Πριν τους ανακαλύψει ο αναγνώστης, ένα πρώτο στίγμα που «ζυγίζει» τη στιγμή για τον κάθε ένα ξεχωριστά:

«Τι ήταν τελικά η προσσελήνωση;

Για τον στρατηγό, το φεγγάρι ήταν το πιο λαμπρό αστέρι.

Για τη γυναίκα του, ήταν πέτρες και χώμα – και ζωή δεν είχε.

Για τον Γιώργο και τη Γεωργία, ήταν το ξεκίνημα του νέου σπιτικού τους.

Για τα παιδιά, ήταν μια ξαφνική γιορτή τον Ιούλιο.

Για την Ερατώ, ήταν μια βασανιστική βραδιά ανάμεσα σε ανθρώπους.

Για μένα, το ταξίδι στο φεγγάρι ήταν πολύ μακριά για να με αφορά. Η προσσελήνωση στο σαλόνι, όμως, μου έμεινε αξέχαστη. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν σ’ ένα σπίτι γεμάτο ζωή».

Η τελευταία είναι η Θάλεια, η αφηγήτρια. Εκείνη που το φεγγάρι δεν την αφορά, η αποστολή της δεν είναι η Σελήνη. Η Θάλεια εξερευνά τους ανθρώπους γύρω της.

Όπως και για όλα όσα οι παραπάνω ήρωες βιώνουν μέσα στο πέρασμα του χρόνου και εντέλει μέσα από αυτήν την όσμωση συνειδητοποιούν ότι είναι ποιοι;

Όπως λέει η Θάλεια, «η αυτογνωσία αργεί να έρθει στη ζωή». Για άλλους έρχεται και για άλλους ποτέ. Άλλοι κοντοζυγώνουν κι άλλοι δεν τα πηγαίνουν καλά με τη συνειδητοποίηση. Αυτό όμως είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, άρα και κάθε μυθιστορήματος.

Όπως παρατήρησα στο βιβλίο δίνεις ιδιαίτερη έμφαση στον χώρο. Υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές όλων των χώρων στους οποίους κινούνται οι ήρωές σου˙ των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας της οδού Μηθύμνης, όπου είναι το κεντρικό «σκηνικό» σου, με κάποιες εμφανίσεις γκεστ σταρ του διαμερίσματος στην οδό Νεμέσεως και του γραφείου της οδού Μενάνδρου. Έχει κάποια σημασία για σένα αυτή η εμμονή;

Οι μετακομίσεις της ζωής μας. Από την οδό Μ. Στην οδό Μ., είτε πρόκειται για την οδό Μηθύμνης είτε για την οδό Μενάδρου, είτε για την οδό Νεμέσεως – όπως λέει η πιο ηλικιωμένη ηρωίδα της ιστορίας, «όπως και να ‘χει, ταιριάζει η τελευταία κατοικία κάποιου να είναι στην οδό Νεμέσεως». Τα αντικείμενα είναι «έμψυχα» και οι χώροι μας καθορίζουν, είτε φεύγουμε είτε παραμένουμε εμμονικά αμετακίνητοι, είναι οι διαδρομές μας στις Οδούς Μνήμης της ζωής μας.

Πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές. Ποιοι είναι πιο σημαντικοί στο βιβλίο αυτό; Εσύ ποιους προτιμάς και για ποιο λόγο;

Πρώτοι και δεύτεροι ρόλοι, εναλλάσσονται σε πρώτο και σε δεύτερο πλάνο κι όλοι έχουν το ειδικό βάρος τους. Όσο κι αν αγαπώ τους πρωταγωνιστές, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στο θέατρο, βρίσκω συναρπαστικούς κάποιους δεύτερους ή τρίτους ρόλους. Τους παρατηρώ με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και στη σκηνή και στο βιβλίο και στη ζωή. Στη λογοτεχνία, πλάθονται για κάποιον λόγο και συχνά λειτουργούν καταλυτικά. Κάτι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι και, με το σύντομο πέρασμά τους, επηρεάζουν τη διαδρομή των προσώπων που κρατούν τους πρώτους ρόλους και τα φώτα περισσότερο επάνω τους. Τόπο στους δευτεραγωνιστές, λοιπόν! Άλλωστε, όπως λέει και η αφηγήτρια, «βγαίνουν λιγότερο στη σκηνή, λένε τα λιγότερα, χωρίς αυτούς, όμως, δεν προχωρεί τίποτα».

Εντύπωση μου έκαναν τα ονόματα των ηρώων, είναι τόσο ευφάνταστα και εύηχα. Με τι κριτήριο επιλέχθηκαν; Εσκεμμένα δόθηκαν τα συγκεκριμένα;

Από τη Σεμίραμις ως τον φευγάτο Μανώλη, τον ταπεινό Τέρη και τον «λιπαρό» Βρασίδα, τον εξάδελφο Αλκόρ, τη γιαγιά Φαεινή, το ζευγάρι Γιώργος και Γεωργία και, φυσικά, τις «Μούσες της διπλανής πόρτας», Θάλεια και Ερατώ, αγαπώ πολύ την ονοματολογία όσο και την ειρωνεία που κρύβουν ή αποκαλύπτουν τα ονόματα. Επιτρέψτε μου ένα ακόμη απόσπασμα της αφηγήτριας:
«… προσωπικά, τα ονόματα δυσκολεύομαι να τα πειράξω. Πάρε για παράδειγμα την Πηνελόπη. Η Πηνελόπη ύφαινε ακούραστα τα μυστικά του τοίχου, με τα πιο μικροσκοπικά καλλιγραφικά γράμματα που έχω δει ποτέ μου. … θέλει αδιανόητη υπομονή να σκαλίζεις τον τοίχο από κάτω έως πάνω κι από γωνία σε γωνία. Η υπομονετική Πηνελόπη. Μα, δίκιο δεν έχω να λέω πως τα ονόματα δεν πρέπει να τα πειράζεις; Ακόμα κι αν πρόκειται για μια (καθόλου) τυχαία σύμπτωση, μια Πηνελόπη είναι υπομονετική και υφαίνει, από τον πόλεμο της Τροίας έως σήμερα».

Σε ποιους απευθύνεσαι με το Πιες το τσάι σου, Σεμίραμις και τι μήνυμα θα ήθελες να τους μεταδώσεις;

Τώρα που το σκέφτομαι, η επινοημένη μου «Μούσα της διπλανής πόρτας» προφανώς απευθύνεται στους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, δηλαδή σε όλους μας! Όλοι κατοικούμε στην πολυκατοικία της οδού Μ., στο υπόγειο, στον τρίτο, στο ρετιρέ, στο ισόγειο του Τέρη Χαμηλοθώρη, στην έπαυλη του Βρασίδα Γκέκα, στη φωτεινή ή στη σκοτεινή πλευρά του ορόφου. Σκέψεις ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες της πολυκατοικίας, όχι μήνυμα.

Κι έπειτα και από το πρώτο σου μυθιστόρημα, τι; Έχεις κάτι στα σκαριά;     

«Life is what happens to you when you’re busy making other plans» βεβαίως – όπως τραγούδησε κάποτε ο Τζον Λένον. Ελπίζω, ωστόσο, πως ο άνεμος θα δυναμώσει σύντομα προς την επόμενη συγγραφική περιπέτεια. Ακόμη κι όταν αυτό που έχεις στα σκαριά, είναι «κάτι» που θέλει να μεταμορφωθεί σε «Κάτι», στο χαρτί και στο μυαλό υπάρχουν σημειώσεις, σχεδιάσματα, εικόνες και όνειρα, και η περιπέτεια ξεκινάει ξανά. Ίσως σε διαφορετικό χρόνο, ίσως με κάποια «μετακόμιση» σε άλλους χώρους, πάντα όμως με πρώτους, δεύτερους και τρίτους ρόλους και, μάλλον, θα τα πούμε «σε τρίτο πρόσωπο».

Η Μαρίνα Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965. Μεγάλωσε στην Κυψέλη και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η επαγγελματική διαδρομή της ξεκίνησε από τη μετάφραση, συνεχίστηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» και από το 1996 εργάζεται στο αεροδρόμιο της Αθήνας, όπου είναι υπεύθυνη του Γραφείου Τύπου. Έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα, ενώ κείμενά της δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά μέσα. Το μυθιστόρημα «Πιες το τσάι σου, Σεμίραμις» (Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ) είναι το δεύτερο βιβλίο της, μετά τη συλλογή διηγημάτων «Γλυκιά πενικιλίνη» που κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Ιωλκός.