Έχουμε διαβάσει: 3.150 βιβλία

Σημειώσεις απο το περιθώριο – Το αυτοκρατορικό πάθος και η Ανθρώπινη Κωμωδία

Θερινή νύχτα, δροσερή στην Αθήνα, μακρινές μουσικές, γυναικείες φωνές, γέλια, μηχανές, ένας μελωδός στο αντικρινό μπαλκόνι, θρόισμα, μυρωδιά απ’ το βασιλικό στη βεράντα, φώτα που τρέμουν, υποβολή, αλλαγή και μεταμόρφωση. Περιφέρομαι στο σαλόνι, με τιράντες και πέδιλα, λίγο εύθυμος, λίγο αστείος, το τσιγάρο στα δάχτυλα, στο ημίφως διαβάζω τις ράχες ή τις πλάτες των φίλων που πέθαναν, Χαμένες Ψευδαισθήσεις, Μεγαλεία και Αθλιότητες Εταίρων, Ο Οίκος Νυσενζέν, και πάει λέγοντας. Πίνω λευκό παγωμένο κρασί, είμαι στραμμένος προς τη μεριά της Γαλλίας, στα ηχεία ο Ζακ Μπρελ, από το δρόμο ακούω το σύρσιμο της άμαξας, οπλές αλόγου, χρεμέτισμα, βρομόνερα στο λιθόστρωτο, σκέφτομαι μια τεράστια ακρίδα να δρασκελίζει τις λακκούβες, πίσω της ίσως σέρνει έναν αστακό βαμμένο γαλάζιο.

Οι χασισοπότες στη νήσο του Σηκουάνα έχουν ανάψει τις πίπες, στο βάθος διακρίνεται ο Γκωτιέ, το μούτρο κόκκινο, ηδυπαθές, αγία μαστούρα, ντάγκλα, και οράματα. Νοσταλγία και μύθοι, ένα ολοζώντανο αιώνιο παρόν για τα θαύματα. Σε κάποιο σπίτι ή παράγκα ή πύργο, πίσω από λιωμένα αναμμένα κεριά, με ένα αεικίνητο φτερό χήνας (ίσως εκείνης με τα ολόχρυσα αυγά), ένας χοντρός ποτισμένος με καφεΐνη, πρησμένος γλεντζές της αποθέωσης, δημιουργεί τον κόσμο απ’ την αρχή και διεκδικεί το ρεαλισμό της υπάρξεως. Δεν φορά τιράντες, ούτε πέδιλα, κάνει κρύο στο Παρίσι, ας είναι Ιούλης, αυτός τυλίγεται το τρίχινο ράσο, στη μέση ένα καραβόσκοινο, ο ποιητής-πολεμιστής, ο ιππότης του Μεσαίωνα με την πένα, ο δι’ αλληλογραφίας εραστής, ο γεροντοκόρος που ποθεί να παντρευτεί, ο αιώνιος κατά φαντασία ευγενής, ο παραμυθάς των πολλαπλών αποκαλύψεων, ο σφετεριστής του υπερουράνιου θρόνου, ο αυτοκράτορας.

Ο Μέγας Γραφιάς. Ο Κωμωδιογράφος όλων μας.
Κι αν ο Μπυφόν έγραψε ένα καταπληκτικό έργο προσπαθώντας να απεικονίσει σε ένα βιβλίο το σύνολο της ζωολογίας, δεν έπρεπε να γραφεί ένα παρόμοιο έργο και για την Κοινωνία;
Τι αιτήματα ομηρικά! Τι διεκδικήσεις!

Ξεφυλλίζω τον Οίκο Νυσενζέν, έκδοση του Εξάντα, μετάφραση της Έφης Κορομηλά, αγορασμένο από την «Πολιτεία» το Σεπτέμβριο του 2006, ταλαιπωρημένο, υπογραμμισμένο, σημειωμένο.
Σκέφτομαι το μεγαλειώδες σχέδιο του Μπαλζάκ, αντάξιο ενός επίδοξου αυτοκράτορα της πένας, ονειρεύομαι ξύπνιος τις άγρυπνες νύχτες του, τους ατέλειωτους καφέδες, την αμείλικτη προφητεία του: Θα φτάσω σκοτωμένος!
Μια χήρα ή ζωντοχήρα (Χάνσκα δεν την έλεγαν;) ταξιδεύει όλο νύχτα από την Πολωνία για να τον παντρευτεί. Και να τον θάψει μια-δυο μέρες μετά. Μα εκείνος γράφει – αγαπά, ergo γράφει. Ο νόμος του συγγραφέα, αυτό που τον κάνει να είναι συγγραφέας και που, δεν φοβάμαι να το πω, τον καθιστά ίσο με, ίσως και ανώτερο από, τον πολιτικό, είναι μια, οποιαδήποτε, απόφαση σχετικά με ό,τι αφορά τον άνθρωπο, μια απόλυτη αφοσίωση σε αρχές.

Τι κρίμα που τα έκανε όλα λάθος – και πόσο αδιάφορο. Μας κληροδότησε την πιο λαμπρή αποτυχία στην ιστορία του μυθιστορήματος. Την πιο αξιοζήλευτη ήττα. Τον πιο ταπεινό και μεγαλομανή θρίαμβο. Πολύ ρομαντικός για να κατακτήσει το ρεαλισμό έτσι όπως τον ήθελε. Πολύ ρεαλιστής για να εκχωρήσει το χάρισμά του στους ρομαντισμούς της φυγής και της άρνησης. Πολύ – γενικώς.

Αυτός ο υπέροχα χοντρός τύπος, αυτός ο υπέροχα ματαιόδοξος γραφιάς. Πήρε πολύ στα σοβαρά τις αντιθέσεις, τις συγκρούσεις, τις μεταλλάξεις της γαλλικής κοινωνίας, δεν διέκρινε εγκαίρως, ούτε εντελώς τις απάτες, τις αυταπάτες πίσω από τον οργασμό της εξέλιξης, δεν εντόπισε τις μιμητικές επιθυμίες, τα τρίγωνα, τη γελοιότητα της κωμωδίας που πάσχισε να δημιουργήσει.

Και τι πειράζει; Τελειώνω το κρασί, η μουσική δυναμώνει. Δεν πειράζει. Διαβάζω: Το δικό μου έργο είναι καλύτερο από του ιστορικού, γιατί εγώ είμαι πιο ελεύθερος. Τα μάτια καίνε, ίσως φταίει το λιγοστό φως, τα κεριά δεν αρκούν, μα είμαστε μόλις στα μισά του 19ου αιώνα, ποιος είμαι εγώ να θέλω ηλεκτρικό και τέτοια πράματα. Δεν ήταν ελεύθερος, τον είχε εγκλωβίσει ο ιδεαλισμός του. Η επιδίωξη ενός υψηλού ιδεώδους δεν είναι νόμος της ιστορίας∙ είναι όμως νόμος του μυθιστορήματος.

Έχω μια παρόρμηση να τον ταρακουνήσω από το γιακά του τρίχινου ράσου του: Όχι, όχι, όχι. Τα παρεξήγησες, τα διέστρεψες. Δεν το κάνω, δεν βγάζω άχνα. Δεν μου πέφτει λόγος – σε κανέναν δεν πέφτει λόγος. Εξάλλου: Το πάθος είναι όλη η ανθρωπότητα. Χωρίς αυτό η θρησκεία, η ιστορία, το μυθιστόρημα, η τέχνη θα ήταν άχρηστα.
Όταν το έργο γράφεται με τέτοιο ασύλληπτο πάθος, μπορεί να λαθεύει και υπογείως, διακριτικά, να αληθεύει στα λάθη του. Αυτός μένει για μένα ο Μπαλζάκ: Ο πιο θριαμβικά ηττημένος συγγραφέας. Ο πιο θαυμάσια, ο πιο λαμπρά σκοτωμένος γραφιάς. Που όντως έφτασε – μια μέρα μετά που φόρεσε το γαμπριάτικο κοστουμάκι του. Με το γαμπριάτικο κοστουμάκι του. Στην παστάδα της μυθιστορηματικής καύλας που δεν τελειώνει ποτέ. Στην παστάδα της χασικλίδης και νηφάλιας ντάγκλας – που επίσης δεν τελειώνει ποτέ.

Η τεράστια έκταση ενός σχεδίου που αγκαλιάζει ταυτόχρονα την ιστορία και την κριτική της Κοινωνίας, την ανάλυση των δεινών της και τη διερεύνηση των αρχών της μου επιτρέπει νομίζω να δώσω στο έργο μου τον τίτλο με τον οποίο κυκλοφορεί σήμερα: Η ανθρώπινη κωμωδία. Είναι φιλόδοξος; Είναι δίκαιος; Αυτό θα το κρίνει το κοινό όταν το έργο θα έχει τελειώσει.

Σηκώνω το βλέμμα, το μάτι πιάνει Το Άγνωστο Αριστούργημα, το έργο που μέσα του αναγνώρισε ο Σεζάν τον εαυτό του. Όμοια η μοίρα και του Μπαλζάκ, αμέτρητα μερόνυχτα στο έργο, στη λέξη, στη σπάταλη φλυαρία της μεγαλοφυΐας του.

Είναι Ιούλιος του 2013. Στον πρόλογο της Ανθρώπινης Κωμωδίας, στο τέλος, διαβάζω: Παρίσι, Ιούλιος 1842. Κλείνω το βιβλίο, το αφήνω στο ράφι, πλάι στα υπόλοιπα. Αίφνης, είμαστε με τον αδερφό μου μπροστά από τον τάφο του, ένα φθινόπωρο του 2005, τύμβος λαμπρός, λαξεμένος, μαρμάρινος, μεγαλοπρεπέστερος από του κοντοπίθαρου Ναπολέοντα.

Άλλωστε, ο Μπαλζάκ ήταν χοντρός. Ήταν τεράστιος. Και, διάολε, το μέγεθος μετράει – πάντα μετράει. Στο λίθινο κήπο του Ροντέν, κοιτάζω γελαστός τον ανδριάντα του, προσκυνώ και ψηλώνω, και του απονέμω τον τίτλο που δικαιούται, τον τίτλο που του χρωστάμε όλοι: Ονορέ ΝΤΕ Μπαλζάκ.
Ο Αυτοκράτορας των Μυθιστοριογράφων.